
Τριγμούς και πολλές αντιδράσεις προκαλεί δημοσίευμα των New York Times, σύμφωνα με το οποίο ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να έχουν εντείνει τις κατασκοπευτικές τους δραστηριότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιχειρώντας να αποκτήσουν εικόνα για τη στρατηγική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν.
Οι ισραηλινές υπηρεσίες φέρονται να πραγματοποίησαν επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών για την κατανόηση των πραγματικών προθέσεων της Ουάσιγκτον σχετικά με την Τεχεράνη
Μεταξύ των καταγγελλόμενων ενεργειών περιλαμβάνονται ακόμη και απόπειρες πρόσβασης σε ευαίσθητες πληροφορίες αμερικανικών υπηρεσιών, ενώ γίνεται λόγος και για περιστατικά που εξετάζονται από τις αμερικανικές αρχές και αφορούν πιθανή χρήση συσκευών παρακολούθησης κοντά σε υποδομές ασφαλείας.

Σύμφωνα με τους New York Times, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ισραηλινών υπηρεσιών βρέθηκαν τρία πρόσωπα με κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής στρατηγικής για τη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, που συμμετέχει στις επαφές με το Ιράν, τον υφυπουργό Άμυνας Έλμπριτζ Κόλμπι και τον στενό συνεργάτη του Μάικλ ΝτιΜίνο, οι οποίοι θεωρούνται πρόσωπα-κλειδιά για τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, βασικός στόχος των επιχειρήσεων ήταν να διαπιστωθεί εάν η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει αλλαγές στη στάση της απέναντι στην Τεχεράνη ή ακόμη και στρατιωτικά σενάρια.

Πρώην ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος, τον οποίο επικαλείται το δημοσίευμα, υποστήριξε ότι ορισμένες πρακτικές στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης δημιουργούν ευκαιρίες παρακολούθησης από ξένες υπηρεσίες.
Όπως σημειώνεται, η χρήση προσωπικών κινητών τηλεφώνων για ευαίσθητες επικοινωνίες, τα συχνά ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και η περιορισμένη συνοδεία ασφαλείας σε ορισμένες μετακινήσεις δημιουργούν πιθανά κενά προστασίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε εκθέσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, περιστατικά που αποδίδονται σε ισραηλινές επιχειρήσεις φέρονται να αυξήθηκαν από τα τέλη του 2024 και να συνεχίστηκαν και μέσα στο 2025.
Μεταξύ όσων ερευνώνται περιλαμβάνεται φερόμενη προσπάθεια τοποθέτησης συσκευής παρακολούθησης σε όχημα της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, καθώς και παλαιότερο περιστατικό του 2021, όταν στελέχη ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών φέρονται να επιχείρησαν εγκατάσταση εξοπλισμού παρακολούθησης σε εγκαταστάσεις της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών των ΗΠΑ (DIA).
Αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από τις αμερικανικές υπηρεσίες.
Οι New York Times περιγράφουν παράλληλα ένα κλίμα αυξανόμενης καχυποψίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, παρά τη στενή στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το κοινό κέντρο πολιτικοστρατιωτικού συντονισμού στην Κιριάτ Γκατ, όπου έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστοί χώροι εργασίας για Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους, προκειμένου να περιορίζεται η έκθεση ευαίσθητων πληροφοριών.

Η ισραηλινή πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς
Εκπρόσωπος της πρεσβείας του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον δήλωσε ότι το Ισραήλ «δεν κατασκοπεύει τις ΗΠΑ και δεν αποτελεί αντικατασκοπευτική απειλή για τον στενότερο σύμμαχό του».
Παρόμοια ήταν και η αντίδραση από τον Λευκό Οίκο, με Αμερικανό αξιωματούχο να χαρακτηρίζει τις πληροφορίες «ψευδείς».
Παρά τις διαψεύσεις, το δημοσίευμα έχει ήδη ανοίξει νέα συζήτηση στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ γύρω από τα όρια των μυστικών επιχειρήσεων μεταξύ συμμάχων και το κατά πόσο η αυξανόμενη ένταση γύρω από το Ιράν επηρεάζει πλέον και τη σχέση Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ.