Σάββατο 01 Αυγούστου 2026 -

CENTCOM: Οι Φρουροί της Επανάστασης και οι Χούθι να σταματήσουν τις επιθέσεις, αλλιώς θα υπάρξει στρατιωτική αντίδραση



Η επιρροή του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στην αμερικανική κυβέρνηση αποδείχθηκε σημαντικά ασθενέστερη κατά τη διάρκεια της νέας του συνάντησης στην Ουάσινγκτον με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, εν μέσω της παρατεταμένης σύγκρουσης στο Ιράν.

Αυτό αναφέρει η Wall Street Journal, επικαλούμενη αξιωματούχους.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Νετανιάχου έφτασε στην αμερικανική πρωτεύουσα με αισθητά λιγότερη επιρροή σε σχέση με προηγούμενες επισκέψεις του

Πριν από την επίσκεψη του Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε εκφράσει ιδιωτικά την απογοήτευσή του για τις ενέργειες του Ισραηλινού πρωθυπουργού, σε συνομιλίες κεκλεισμένων των θυρών με έμπιστους συνεργάτες του.

Η παρατεταμένη ιρανική σύγκρουση φαίνεται να έχει επηρεάσει τις ισορροπίες στις σχέσεις των δύο ηγετών.Παρά τις αναφορές για μειωμένη επιρροή και ιδιωτική δυσαρέσκεια, η υπηρεσία Τύπου του Λευκού Οίκου σημείωσε αργότερα ότι η συνάντηση διεξήχθη σε θετικό και παραγωγικό κλίμα. Η επίσημη αυτή διατύπωση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα ομαλότητας, την ώρα που το ρεπορτάζ της Wall Street Journal φωτίζει τις εντάσεις που υπάρχουν στο παρασκήνιο.

 

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) και οι δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας πραγματοποίησαν στοχευμένα αεροπορικά πλήγματα στο Ιράκ εναντίον ομάδων που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν και τις οποίες η Ουάσινγκτον κατηγορεί ότι δρούσαν υπό τις εντολές των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).

Άνοδο άνω του 3% σημείωσαν οι τιμές του πετρελαίου τα ξημερώματα, μετά την επιβεβαίωση από τοναμερικανικό στρατό ότι το Ιράν πραγματοποίησε βαλλιστική πυραυλική επίθεση κατά αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, αμερικανικά και σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν πολλαπλές εγκαταστάσεις υλικοτεχνικής υποστήριξης και αποθήκευσης όπλων τρομοκρατών σε ολόκληρη την ανατολική περιοχή του Ιράκ, ως απάντηση σε περισσότερες από 30 επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) που, όπως υποστηρίζει η CENTCOM, πραγματοποιήθηκαν τις τελευταίες 72 ώρες με στόχο αμερικανικές δυνάμεις και ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας.

Η αμερικανική πλευρά ανέφερε ότι οι επιθέσεις εναντίον των δυνάμεών της «δεν είχαν επιτυχία», ενώ υποστήριξε ότι από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2026 σημειώθηκαν περισσότερες από 600 απόπειρες επιθέσεων κατά Αμερικανών πολιτών και εγκαταστάσεων στο Ιράκ από φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις.

Η CENTCOM προειδοποίησε ότι οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης και οι σύμμαχες ένοπλες ομάδες τους πρέπει να σταματήσουν τις επιθέσεις, διαφορετικά θα υπάρξει περαιτέρω αμερικανική στρατιωτική αντίδραση.

Από την πλευρά της η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της πραγματοποίησαν στοχευμένα πλήγματα εναντίον θέσεων φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ, σε συντονισμό με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM).

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ριάντ, η στρατιωτική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ως απάντηση στις πρόσφατες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) κατά σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.

 

Πριν αναχωρήσει για την επιμνημόσυνη τελετή προς τιμήν του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι η συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ ήταν μία από τις καλύτερες κατ’ ιδίαν συναντήσεις που είχαν ποτέ οι δύο ηγέτες, χαρακτηρίζοντάς την «εξαιρετική».

«Ήταν μια συνάντηση με πλήρη συνεργασία», αναφέρει σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα, «με αμοιβαία υποστήριξη και με κοινή κατανόηση για τον κοινό στόχο ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, καθώς και για άλλους στόχους».

«Ήταν μία από τις καλύτερες συζητήσεις που είχα με τον φίλο μας, τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ», υποστηρίζει ο Νετανιάχου.

Όπως λέει, η συνάντηση «ήταν μια ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις, αλλά και να συντονιστούμε σε ζητήματα που είναι σημαντικά για την ασφάλεια και το μέλλον του Ισραήλ».

 

Μία προσωρινή διευθέτηση για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, αντιπρότεινε το Ιράν στο Ομάν.

 

Σύμφωνα με την αντιπρόταση, η κυκλοφορία των πλοίων προς μία κατεύθυνση θα διέρχεται από τα ιρανικά χωρικά ύδατα και ένα μέρος της αντίθετης διαδρομής θα περνά επίσης από τα ιρανικά ύδατα, ενώ το υπόλοιπο θα ελέγχεται από τη Μουσκάτ, ανέφερε μιλώντας στην κρατική τηλεόραση ο υφυπουργός Εξωτερικών Καζέμ Γαριμπαμπαντί.

Ο Γαριμπαμπαντί ανέφερε ότι η Τεχεράνη απέρριψε την πρόταση του Ομάν για ισότιμη κατανομή των διαδρόμων διέλευσης μεταξύ των δύο χωρών. Εξήγησε ότι μια τέτοια διευθέτηση δεν απαντά στις ανησυχίες του Ιράν για την ασφάλειά του, εφόσον δεν έχει επιτευχθεί περιφερειακή σταθερότητα σε μακροχρόνια βάση.

Ο Ιρανός υφυπουργός υπογράμμισε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά εάν το Ομάν απορρίψει την πρόταση της Τεχεράνης και υπενθύμισε ότι το Ιράν ουδέποτε αναγνώρισε τον «νότιο διάδρομο» που περνά κατά μήκος των ακτών του Ομάν.

Το Ιράν έχει δηλώσει ότι θέλει να διαχειρίζεται το Ορμούζ από κοινού με το Ομάν, το οποίο ελέγχει την απέναντι ακτή, και να επιβάλει τέλη υπηρεσιών στα πλοία που περνούν από εκεί. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν την επιστροφή στο καθεστώς που ίσχυε πριν από τον πόλεμο, όταν τα πλοία διέρχονταν ελεύθερα, χωρίς να καταβάλουν τέλη, κάτι που η Ουάσιγκτον θεωρεί παράνομο.

Νωρίτερα σήμερα, το Ομάν παρουσίασε ένα δικό του σχέδιο, το οποίο στηρίζεται από άλλες χώρες του Κόλπου, για τη διαχείριση του Ορμούζ. Η διευθέτηση αυτή περιλάμβανε και την καταβολή τελών σε «εθελοντική βάση» από τα πλοία που περνούν από τα Στενά και είχε ως στόχο να αποτελέσει τη βάση για να τερματιστεί η διακοπή του εμπορίου λόγω του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου στο Ιράν.

Με βάση την πρόταση του Ομάν, που έχει τη στήριξη χωρών της περιοχής, το Ιράν δεν θα ασκεί τον αποκλειστικό έλεγχο στον ζωτικής σημασίας θαλάσσιο διάδρομο.

Η πρόταση βασίζεται στο σύστημα που ισχύει σήμερα στα Στενά της Μαλάκκα, όπου οι όμορες χώρες, η Ινδονησία, η Μαλαισία και η Σιγκαπούρη, ζητούν από εκείνους που χρησιμοποιούν τον δίαυλο να συνεισφέρουν σε εθελοντική βάση για τη χρηματοδότηση της ναυσιπλοΐας, την προστασία του περιβάλλοντος και τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.