
Την οργή της κυβέρνησης της ανατολικής Λιβύης στη Βεγγάζη προκάλεσαν οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, που χαρακτήρισε τη Λιβύη «σκ@τοχώρα», μαζί με τις Υεμένη, Σομαλία και Αϊτή.
Σύμφωνα με το Libya Review, η κυβέρνηση της ανατολικής Λιβύης, υιοθετώντας ακραία ρητορική, υποστήριξε ότι ο Τραμπ ήταν μεταξύ εκείνων που επισκέπτονταν το νησί του καταδικασμένου παιδόφιλου και μετέπειτα αυτόχειρα Τζέφρι Έπστιν, το Λιτλ Σεντ Τζέιμς.
Είναι «ένας από τους επισκέπτες του βρώμικου Νησιού Έπστιν» ανέφερε χαρακτηριστικά, απαιτώντας από τον Τραμπ να ζητήσει συγγνώμη για την τοποθέτησή του.
Παράλληλα, ο υποδιοικητής του λιβυκού στρατού, Σαντάμ Χαφτάρ, σε ανάρτησή του, καταδίκασε τις προσβλητικές δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Λιβύη και τον λαό της, χαρακτηρίζοντάς τις απαράδεκτες.
«Οι εκλογικές διαφορές ή εσωτερικές πολιτικές σκέψεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την προσβολή άλλων χωρών και των λαών τους ή την υπονόμευση της αξιοπρέπειάς τους. Η Λιβύη είναι ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος, και η εθνική της αξιοπρέπεια πρέπει να σεβαστεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες» είπε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ο Σαντάμ Χαφτάρ κάλεσε για σαφή κυβερνητική απάντηση, προτρέποντας τις αρμόδιες αρχές να υποβάλουν επίσημη διπλωματική διαμαρτυρία στην Ουάσινγκτον και να απαιτήσουν κατάλληλη απάντηση στις δηλώσεις.
«Η Λιβύη παραμένει προσηλωμένη στη διατήρηση φιλικών και συνεργατικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ο αμοιβαίος σεβασμός πρέπει να παραμείνει η βάση των διμερών δεσμών», επισημαίνει ο ίδιος.
Μετά την αντίδραση της κυβέρνησης της Βεγγάζης, θέση για το περιστατικό πήρε και ο Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά
«Η Λιβύη είναι κράτος με κυριαρχία, και απορρίπτουμε οποιαδήποτε προσβολή εναντίον της ή του λαού της, ο οποίος πρόσφερε μεγάλες θυσίες στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Επιδιώκουμε τις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες βάσει αμοιβαίου σεβασμού, και δεν θα αποδεχτούμε η αξιοπρέπεια της Λιβύης και του λαού της να γίνει αντικείμενο εκλογικών διαμαχών», έγραψε ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης με έδρα την Τρίπολη.
Είχαν προηγηθεί οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ από την περιοδεία του στην πολιτεία της Τζόρτζια, όπου μεταξύ άλλων χαρακτήρισε τη Λιβύη, τη Σομαλία, την Υεμένη και την Αϊτή ως «σκατοχώρες»
«Είναι γεμάτες με τρομοκράτες. Θυμάστε πώς τις αποκαλώ; Σκατοχώρες», είπε χαρακτηριστικά προκαλώντας το γέλιο των οπαδών του που τον άκουγαν.
Στην κλασική πολιτική των «ίσων αποστάσεων» προχώρησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, σχολιάζοντας την επικύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον επανέφερε στη ρητορική της τους χαρακτηρισμούς «προκλητική» και «μη εποικοδομητική» για την κίνηση Άγκυρας και Τρίπολης, διορθώνοντας την αρχική της ανακοίνωση όπου απέφευγε οποιονδήποτε χαρακτηρισμό και μιλούσε απλώς «υπέρ διαπραγματεύσεων με καλή πίστη».
Από την άλλη όμως, έσπευσε για ακόμη μία φορά να εξισώσει τον θύτη με το θύμα, καλώντας και τις δύο πλευρές να λύσουν τις διαφορές τους μέσω διμερούς διαλόγου.
Συγκεκριμένα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημείωσε πως«η ανακοίνωση της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου κατανόησης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών έχει αυξήσει τις εντάσεις στην περιοχή και αποτελεί μια μη εποικοδομητική και προκλητική εξέλιξη – και η θέση μας επί του ζητήματος αυτού δεν έχει αλλάξει».
Το «καρφί» για το καλώδιο GSI και τις έρευνες
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται στη δεύτερη παράγραφο της αμερικανικής τοποθέτησης.
Η Ουάσιγκτον ενθαρρύνει όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου «να επιλύουν τις διαφορές τους σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων με καλή πίστη και να αποφεύγουν οποιαδήποτε προκλητική συμπεριφορά», καταλήγοντας με τη διαπίστωση ότι η ειρηνική επίλυση «ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και ερευνητικές δραστηριότητες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή».
Η ευθεία αναφορά σε «ερευνητικές δραστηριότητες» και η προτροπή προς «όλα τα μέρη» να αποφεύγουν ενέργειες συνδέεται άμεσα με τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (Great Sea Interconnector – GSI) και τις έρευνες του πλοίου Ievoli Relume νοτίως της Κάσου.
Η Ουάσιγκτον δείχνει να αντιμετωπίζει τις νόμιμες ελληνικές έρευνες εντός δυνητικής ελληνικής ΑΟΖ και διεθνών υδάτων ως δραστηριότητα που «διαταράσσει» την ηρεμία εάν δεν υπάρξει προηγούμενη συνεννόηση με την Άγκυρα.
Στέλνει σαφές μήνυμα στην Αθήνα να μην προχωρήσει σε μονομερείς κινήσεις πόντισης καλωδίων ή ερευνών στις περιοχές που επικαλύπτει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αν δεν προηγηθεί διμερής συμβιβασμός.
Υπενθυμίζοντας με νόημα ότι «η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αμφότερες σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αρνείται για άλλη μια φορά να κατονομάσει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) ως τη μόνη βάση οριοθέτησης.
Αντίθετα, ωθεί σε έναν γενικόλογο πολιτικό διάλογο, νομιμοποιώντας στην πράξη τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και των «αμφισβητούμενων υδάτων» που καλλιεργεί συστηματικά η τουρκική ηγεσία νοτίως της Κρήτης και των Δωδεκανήσων.
Η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ
«Η ανακοίνωση της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου κατανόησης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών έχει αυξήσει τις εντάσεις στην περιοχή και αποτελεί μια μη εποικοδομητική και προκλητική εξέλιξη – και η θέση μας επί του ζητήματος αυτού δεν έχει αλλάξει.
Ενθαρρύνουμε όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων των εταίρων μας στην Ανατολική Μεσόγειο, να επιλύουν τις διαφορές τους σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων με καλή πίστη και να αποφεύγουν οποιαδήποτε προκλητική συμπεριφορά.
Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αμφότερες σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Τις ενθαρρύνουμε να διεξάγουν διμερή διάλογο για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε σημείων διαφωνίας μεταξύ τους.
Η ειρηνική επίλυση τέτοιων διαφορών ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και ερευνητικές δραστηριότητες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή».