Σάββατο 02 Μαρτίου 2024 -

Νέα μελέτη ανατρέπει όσα γνωρίζαμε – Η χρήση του Internet δεν αποτελεί απειλή για την ψυχική υγεία



Μια νέα μελέτη βλέπει το «φως» της δημοσιότητας και ανατρέπει όσα γνωρίζαμε για τη χρήση του διαδικτύου.

Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση του Internet δεν αποτελεί σημαντική απειλή για την ψυχική υγεία του ανθρώπου, κάτι που ισχύει για όλες τις ηλικιακές ομάδες, καθώς και για τα δύο φύλα.

Οι ερευνητές συνέκριναν τα επίπεδα χρήσης του Internet και των ευρυζωνικών συνδέσεων σε επίπεδο χώρας με την ψυχική ευημερία εκατομμυρίων ανθρώπων σε δεκάδες χώρες και δεν βρήκαν στοιχεία ότι το διαδίκτυο προκαλεί εκτεταμένη ψυχική βλάβη.

«Ψάξαμε πολύ σκληρά για να βρούμε κάποιο ακλόνητο αποδεικτικό στοιχείο που να συνδέει την τεχνολογία και την ευημερία και δεν το βρήκαμε», δήλωσε ο ερευνητής Andrew Przybylski, καθηγητής Ανθρώπινης Συμπεριφοράς και Τεχνολογίας στο Oxford Internet Institute της Βρετανίας.

Καμία διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών από το Internet

Η ομάδα εξέτασε επίσης πιο προσεκτικά συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, καθώς και το φύλο και κατέληξε και πάλι με άδεια χέρια, καταρρίπτοντας τις ανησυχίες ότι η χρήση του Internet μπορεί να βλάπτει την ψυχική υγεία των νεότερων ατόμων και των γυναικών.

«Δοκιμάσαμε σχολαστικά αν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο όσον αφορά την ηλικία ή το φύλο, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν τη δημοφιλή ιδέα ότι ορισμένες ομάδες κινδυνεύουν περισσότερο», υπογραμμίζει ο Przybylski σε δελτίο Τύπου του Ινστιτούτου.

Στην πραγματικότητα, η μέση ικανοποίηση από τη ζωή έχει αυξηθεί περισσότερο για τις γυναίκες τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ανακάλυψαν οι ερευνητές.

Για τη μελέτη, οι ερευνητές συνέκριναν δεδομένα από δύο διαφορετικές εκθέσεις σχετικά με την ευεξία και την ψυχική υγεία με την ποσότητα χρήσης του Internet και των smartphones.

Από το 2005 έως το 2022 εξέτασαν δεδομένα για την ψυχική υγεία 2.000.0000 ανθρώπων, ηλικίας 15 έως 89 ετών, σε 168 χώρες και βρήκαν μικρή έως καθόλου ψυχολογική επίδραση από την αυξανόμενη χρήση του Internet.

Χρησιμοποίησαν επίσης δεδομένα για το άγχος, την κατάθλιψη και τον αυτοτραυματισμό που συγκεντρώθηκαν μεταξύ 2000 και 2019 από περίπου 200 κράτη μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και τα συνέκριναν με τη χρήση του Διαδικτύου σε αυτές τις χώρες.

Παρά τα ευρήματά τους, ωστόσο, οι ερευνητές επιμένουν ότι οι εταιρείες τεχνολογίας πρέπει να παρέχουν περισσότερα δεδομένα, ώστε οι επιπτώσεις της χρήσης του Διαδικτύου να γίνουν καλύτερα κατανοητές.

«Η έρευνα για τις επιπτώσεις των τεχνολογιών του Διαδικτύου έχει τελματώσει, επειδή εκείνα τα δεδομένα που χρειαζόμαστε επιτακτικότερα συλλέγονται και φυλάσσονται κεκλεισμένων των θυρών από εταιρείες τεχνολογίας και διαδικτυακές πλατφόρμες», σημείωσαν οι ερευνητές στην έκθεσή τους, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα, 28 Νοεμβρίου, στο περιοδικό Clinical Psychological Science.

«Είναι σημαντικό να μελετήσουμε, με περισσότερες λεπτομέρειες και με μεγαλύτερη διαφάνεια από όλους τους ενδιαφερόμενους, δεδομένα σχετικά με την υιοθέτηση και ενασχόληση με τεχνολογίες που βασίζονται στο Διαδίκτυο σε επίπεδο ατόμου», πρόσθεσαν οι ερευνητές. «Τα δεδομένα αυτά υπάρχουν και αναλύονται συνεχώς από παγκόσμιες εταιρείες τεχνολογίας για το μάρκετινγκ και τη βελτίωση προϊόντων, αλλά δυστυχώς δεν είναι προσβάσιμα για ανεξάρτητη έρευνα».