Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024 -

Στον «αέρα» λόγω Τραμπ η στήριξη των ΗΠΑ στην Ουκρανία



Τις δυνάμεις τους κατά του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ενώνουν ο Όλαφ Σολτς και ο Τζο Μπάιντεν την ώρα που η στήριξη των ΗΠΑ στην Ουκρανία κινδυνεύει πιο πολύ από ποτέ.

Όπως μεταδίδει η «Deutsche Welle», o Όλαφ Σολτς δεν ταξιδεύει με άδεια χέρια στην Ουάσινγκτον. Τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. αποφάσισαν πριν από λίγες ημέρες να στηρίξουν την Ουκρανία με 50 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον έως το 2027. Όπως είχε σχολιάσει ο Σολτς, η απόφαση αυτή «αποτελεί και ένα καλό μήνυμα προς τις Η.Π.Α.»

Ο Τζο Μπάιντεν είχε διαβεβαιώσει και ο ίδιος την Ουκρανία πως στον πόλεμο με τη Ρωσία μπορεί να υπολογίζει στη στήριξή του «για όσο χρειαστεί». Στο Κογκρέσο, όμως, οι Ρεπουμπλικάνοι εμποδίζουν την αποστολή περαιτέρω βοήθειας. Γιατί; «Επειδή ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί πως δεν είναι προς το πολιτικό του συμφέρον», τόνισε ο Μπάιντεν εμφανώς δυσαρεστημένος. Και όσο οι Η.Π.Α. δε βοηθούν την Ουκρανία, τόσο περισσότερο διευκολύνουν τον Πούτιν.

Ντόναλντ Τραμπ

Φέρνοντας ως «δώρο» τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ προς την Ουκρανία ο καγκελάριος Σολτς ευελπιστεί να συμβάλει στην επίλυση του αδιεξόδου στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, ο Χένινγκ Χοφ από τη Γερμανική Εταιρεία Εξωτερικής Πολιτικής δεν είναι αισιόδοξος: «Ενόψει και των εκλογών οι Ρεπουμπλικάνοι δεν φαίνονται πρόθυμοι να βοηθήσουν την κυβέρνηση Μπάιντεν», δηλώνει ο Χοφ στην DW, προσθέτοντας πως είναι πιθανό επομένως «οι Η.Π.Α. να σταματήσουν να στηρίζουν την Ουκρανία».

 

Το συγκεκριμένο σενάριο θα ήταν το χειρότερο δυνατό, καθώς οι Η.Π.Α. είναι με διαφορά ο σημαντικότερος προμηθευτής οπλικών συστημάτων της Ουκρανίας. Σε μία τέτοια περίπτωση ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι θα ήθελε τη Γερμανία να ηγηθεί των προμηθειών – και ο Σολτς έχει ήδη προειδοποιήσει τους συμπατριώτες του πως αυτό θα μπορούσε πράγματι να συμβεί. Ήδη φέτος ο γερμανικός προϋπολογισμός προβλέπει δαπάνες που ξεπερνούν τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ για τη στρατιωτική αρωγή προς την Ουκρανία. Εάν το ανωτέρω απευκταίο σενάριο τελικά επιβεβαιωθεί, ο ήδη βεβαρυμένος προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί κι άλλο.

Πάντως, όπως επεσήμανε ο Σολτς, ως «μεσαία δύναμη» η Γερμανία δε θα μπορούσε να αναπληρώσει το κενό που ενδεχομένως θα αφήσει μία στρατιωτική υπερδύναμη. Εξ ου και είναι απαραίτητη μία συνολική αντίδραση της Ε.Ε. «Η Γερμανία είναι βέβαιο πως δεν μπορεί να αναλάβει μόνη της μία τέτοια ηγετική θέση ευθύνης», συμφωνεί και ο επικεφαλής του CDU, Φρίντριχ Μερτς. Ωστόσο, το αλληλέγγυο προς την Ουκρανία μέτωπο καταρρέει και στην Ευρώπη. Ακόμη και για το πακέτο των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, Ουγγαρία και Σλοβακία κατέβαλλαν σθεναρές αντιστάσεις.

Ακόμη και στη Γερμανία οι συνθήκες δεν είναι ευοίωνες όσον αφορά τη στήριξη προς την Ουκρανία. Τον Ιούνιο πρόκειται να διεξαχθούν ευρωεκλογές και εν συνεχεία άλλες εκλογικές αναμετρήσεις σε διάφορα κρατίδια. Και υπάρχουν δύο κόμματα, η AfD στα δεξιά του πολιτικού τόξου και η νεοσύστατη συμμαχία της Σάρα Βάγκενκνεχτ, που επικρίνουν την αποστολή βοήθειας στην Ουκρανία και τάσσονται υπέρ ορισμένων παραχωρήσεων προς τη Ρωσία.

Όλαφ Σόλτς

 

Σολτς και Μπάιντεν συμφωνούν στη μη συμπερίληψη της πρόσκλησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ στην ατζέντα της διμερούς συνάντησής τους. Το εν λόγω ζήτημα θα μπορούσε να συζητηθεί το καλοκαίρι κατά τη σύνοδο της Συμμαχίας στην Ουάσινγκτον.

Το περασμένο έτος ο Μπάιντεν είχε τονίσει πως είναι ακόμη νωρίς να συζητείται η προσχώρηση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς η Ουκρανία «δεν είναι ακόμη έτοιμη» για κάτι τέτοιο. Σε επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, στην Ουάσινγκτον ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, δήλωσε πως η Ουκρανία «θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ», αποφεύγοντας, όμως, να αναφερθεί στο πότε ακριβώς θα συμβεί αυτό.

Τζο Μπάιντεν

Η γερμανική κυβέρνηση δεν λαμβάνει, επίσης, σαφή θέση και προτιμά μάλλον να συζητήσει το συγκεκριμένο ενδεχόμενο μετά το τέλος του πολέμου, διότι υπάρχει η ανησυχία πως, σε περίπτωση ένταξης της Ουκρανίας στη Συμμαχία, τότε τα μέλη αυτής θα είναι συνυπεύθυνα να αμυνθούν στο πλευρό της χώρας απέναντι στη Ρωσία.

Ο προκάτοχος του Στόλτενμπεργκ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, εκτιμά πάντως πως αυτό είναι ένα «ιδιαίτερα επικίνδυνο επιχείρημα», δεδομένου ότι προσφέρει στον Πούτιν «ένα κίνητρο να συνεχίσει επ’ αόριστον την επίθεση στην Ουκρανία».

 

Μέχρι στιγμής ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Σολτς καλείται να συνδιαλλαγεί με τον Τζο Μπάιντεν των Δημοκρατικών. Καθώς φαίνεται, όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Και όσο τρομακτικό και αν φαντάζει αυτό το σενάριο για το Βερολίνο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σολτς δεν θέλει να συναντηθεί με τον Τραμπ κατά την επίσκεψή του στην Ουάσινγκτον – μία άποψη που βάσει δημοσκόπησης του YouGov βρίσκει σύμφωνο το 55% των Γερμανών. Όμως περίπου εξίσου πολλοί – το 52% – θεωρεί πως η γερμανική κυβέρνηση δεν έχει προετοιμαστεί επαρκώς για το ενδεχόμενο επανεκλογής του Τραμπ: μόλις το 10% θεωρεί πως οι σχετικές ενέργειες της κυβέρνησης επαρκούν.

Τι θα σήμαινε η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο για τις σχέσεις Γερμανίας-Η.Π.Α., πέραν της διακοπής της στήριξης προς την Ουκρανία, που θα ήταν τόσο δραματικό; Ο Χένινγκ Χοφ πιστεύει πως η κυβέρνηση έχει διαφοροποιηθεί σε ορισμένα από τα ζητήματα επί των οποίων ο Τραμπ ασκούσε κριτική προς τη Γερμανία.

«Όσον αφορά τις χαμηλές δαπάνες για την άμυνα – τουλάχιστον φέτος έχουν δαπανηθεί περισσότερα από τον στόχο του 2% που θέτει το ΝΑΤΟ. Στην εξάρτηση από το ρωσικό αέριο – αυτή έχει πλέον εκμηδενιστεί. Και σχετικά με το ισοζύγιο στο εμπόριο που υποτίθεται ότι διαμορφώνεται προς το συμφέρον της Γερμανίας και της Ευρώπης – ούτε αυτό συμβαίνει πλέον. Το γερμανικό εξωτερικό εμπόριο έχει αποδυναμωθεί σχετικά».

Το ενδεχόμενο εξόδου των Η.Π.Α. από το ΝΑΤΟ, το οποίο ανέφερε ξανά και ξανά ο Τραμπ, φαίνεται πλέον απίθανο. Διότι ο Τραμπ θα χρειαζόταν για μία τέτοια απόφαση τη συγκατάθεση των 2/3 του Κογκρέσου, θα έπρεπε να προσπεράσει δηλαδή ένα πολύ υψηλό εμπόδιο. Πέραν αυτού όμως «υπάρχουν ακόμη πολλοί τρόποι για να περιοριστεί η στρατιωτική συμμετοχή των Η.Π.Α.», παρατηρεί ο Χοφ αναφερόμενος ιδίως στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ευρώπη. Και ο ειδικός θεωρεί πως οι Ευρωπαίοι δεν είναι ακόμη επαρκώς προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο σενάριο: «Η κατάσταση είναι σοβαρή και πρόκειται να αντιμετωπίσουμε δύσκολες στιγμές».