Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026 -

Με επιθετική ρητορική, ο Τραμπ χαρακτήρισε το Ιράν «μη φυσιολογικό κράτος» και προειδοποίησε για πιο σκληρή απάντηση στο μέλλον



Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε έντονες δηλώσεις, απειλώντας με «βίαια» αντίποινα το Ιράν, σε περίπτωση που η Τεχεράνη δεν προχωρήσει άμεσα στην υπογραφή συμφωνίας.

Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στον απόηχο επιθέσεων που αποδίδονται στο Ιράν εναντίον τριών αμερικανικών αντιτορπιλικών τα οποία κινούνταν στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες οδούς της περιοχής.

Όπως δήλωσε τρία αμερικανικά αντιτορπιλικά ολοκλήρωσαν με επιτυχία τη διέλευση των Στενών του Ορμούζ «υπό πυρά», χωρίς να υποστούν καμία ζημιά.

Σύμφωνα με ανάρτησή του οι αμερικανικές δυνάμεις εξουδετέρωσαν επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), υποστηρίζοντας ότι οι απειλές καταρρίφθηκαν στον αέρα. Παράλληλα, ανέφερε ότι μικρά σκάφη που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα να βυθιστούν.

Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι οι ιρανικές δυνάμεις υπέστησαν σοβαρές απώλειες, κάνοντας λόγο για «καταστροφή» των επιτιθέμενων μονάδων.

Σε ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, χαρακτήρισε το Ιράν «μη φυσιολογικό κράτος» και προειδοποίησε για ακόμη πιο σκληρή απάντηση στο μέλλον, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία, όπως είπε.

Παράλληλα ο Ντόναλντ Τραμπ μιλώντας στο ABC News, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η εκεχειρία, την οποία η Τεχεράνη κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι παραβίασε, δεν είχε τερματιστεί. Η εκεχειρία συνεχίζεται. Είναι σε ισχύ», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, στην τηλεφωνική συνέντευξη, περιγράφοντας τα χτυπήματα ως «απλώς ένα άγγιγμα αγάπης».

Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν επιθέσεις σε ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις την Πέμπτη, σε απάντηση στις επιθέσεις σε αμερικανικά πολεμικά πλοία που διέσχιζαν το Στενό του Ορμούζ.

 

Μία απόπειρα των Αμερικανών να εκτελέσουν νηοψία σε ιρανικό τάνκερ στον είσοδο του Ορμούζ, προκάλεσε την εκτόξευση ιρανικών αντιπλοϊκών βλημάτων κατά δύο αντιτορπιλικών

 

Τελικά τα δύο αμερικανικά σκάφη απέπλευσαν από την περιοχή αφού είχαν αναχαιτίσει τέσσερις πυραύλους, αλλά ερχόταν και νέο κύμα επίθεσης:

 

Οι Αμερικανοί απάντησαν με βομβαρδισμό του Μπαντάρ Αμπάς, συνεπικουρούμενοι και από τους Εμιρατιανούς, οι Ιρανοί απάντησαν με βομβαρδισμό του Ντουμπάι, υπήρξαν και βομβαρδισμοί ιρανικών στόχων από την αμερικανική Αεροπορία και γενικά αυτή την στιγμή υπάρχει ένα σκηνικό πολέμου στον Κόλπο.

 

Μετά ακολούθησε η επίθεση στο Μπαντάρ Αμπάς: 

 

Από την πλευρά του ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σε δηλώσεις του υποστήριξε πως οι επιθέσεις ενάντια στο Ιράν ήταν ένα «φιλικό χτύπημα» (!) και πως «η εκεχειρία είναι ακόμη σε ισχύ».

 

Και ακολούθησε ο ιρανικος βοβαρδισμός του Ντουμπάι:

 

Παράλληλα, πληροφορίες από την ίδια περιοχή αναφέρουν ήχους από μαχητικά αεροσκάφη και δραστηριότητα αντιαεροπορικών συστημάτων στην επαρχία Κερμανσά, χωρίς να υπάρχουν επίσημες επιβεβαιώσεις για την έκταση ή τη φύση των γεγονότων.

Επιθέσεις δέχθηκαν από Αμερικανούς και Εμιρατιανούς, εμπορικές περιοχές της προκυμαίας Μπαχμάν στο νησί Κεσμ.

 
 

 

Το πρακτορείο Fars ανέφερε ότι οι εκρήξεις οφείλονταν σε «ανταλλαγή πυρών μεταξύ των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων και του εχθρού», κοντά στα Στενά του Ορμούζ.

 

 

H πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε «πολύ καλή τηλεφωνική επικοινωνία» με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ

 

Συζήτησαν την κρίση στη Μέση Ανατολή, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και την πορεία της συμφωνίας για το εμπόριο και τους δασμούς ΕΕ–ΗΠΑ. Στο επίκεντρο βρέθηκε η δέσμευση των δύο πλευρών ότι το Ιράν «δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», αλλά και η πίεση της Ουάσιγκτον προς τις Βρυξέλλες για ταχύτερη εφαρμογή της αμφιλεγόμενης εμπορικής συμφωνίας.

 

Σε ανάρτησή της, η κ. φον ντερ Λάιεν σημείωσε ότι η συζήτηση με τον Ντόναλντ Τραμπ επικεντρώθηκε στη Μέση Ανατολή και στον στενό συντονισμό με τους περιφερειακούς εταίρους της ΕΕ. Τόνισε ότι ΕΕ και ΗΠΑ «είναι ενωμένες» στην άποψη ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, επισημαίνοντας πως τα πρόσφατα γεγονότα καταδεικνύουν ότι οι κίνδυνοι για τη περιφερειακή σταθερότητα και την παγκόσμια ασφάλεια είναι υπερβολικά μεγάλοι.