Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021 -
Μερική συννεφιά

13 °C

Σήμερα, 17. Οκτωβρίου 2021

CCB: Ενίσχυση της αισιοδοξίας για το επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα



Σε εξαγορές σχεδιάζουν να προχωρήσουν τους επόμενους μήνες η μια στις δυο επιχειρήσεις καθώς ο επιχειρηματικός κόσμος δείχνει να μην κάμπτεται από τις γεωπολιτικές αλλαγές που συμβαίνουν διεθνώς. 

Μάλιστα η αναζήτηση ευκαιριών ανάπτυξης υπερισχύει της υψηλής γεωπολιτικής αβεβαιότητας ενώ και στην Ελλάδα σημειώνεται ενίσχυση της αισιοδοξίας για συγχωνεύσεις και εξαγορές. 

Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από τη 16η έκδοση του Global Capital Confidence Barometer (CCB) της ΕΥ της, η οποία ειδικά για την Ελλάδα δείχνει ότι αισιόδοξοι εμφανίζονται περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, ενώ το ποσοστό όσων βλέπουν βελτίωση εκτινάχθηκε στο 53% από 6% τον περασμένο Οκτώβριο και 8% τον Απρίλιο του 2016. Μάλιστα ιδιαίτερα θετικές εμφανίζονται οι εκτιμήσεις για τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα της οικονομίας (47%), καθώς και τη διαθεσιμότητα πιστώσεων (40%). Παράλληλα, έχει αυξηθεί στο 43%, από 21% τον Οκτώβριο και 8% τον Απρίλιο του 2016, και το ποσοστό όσων εκτιμούν ότι η τοπική αγορά συγχωνεύσεων και εξαγορών βελτιώνεται. Ειδικότερα, οι 6 στους 10 (από 35% τον περασμένο Οκτώβριο) αναφέρει ότι βελτιώνεται η ποιότητα των ευκαιριών εξαγορών. 

Με τα δεδομένα αυτά, για πρώτη φορά από το 2015 εμφανίζεται αυξημένο και το ποσοστό των συμμετεχόντων που εκτιμά ότι η επιχείρησή του θα επιδιώξει ενεργά κάποια συγχώνευση ή κάποια εξαγορά κατά το επόμενο δωδεκάμηνο, φθάνοντας το 30% από 26% τον Οκτώβριο, υστερώντας, όμως ακόμη σημαντικά σε σχέση με το παγκόσμιο δείγμα (56%). 

Σύμφωνα με τη έρευνα κινητήρια δύναμη των σχεδίων συγχωνεύσεων και εξαγορών φαίνεται να είναι η ανάγκη για ανάπτυξη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το 32% των ερωτηθέντων αναφέρει ως βασικό κίνητρο για μια εξαγορά ή συγχώνευση την απόκτηση τεχνολογίας ή νέων παραγωγικών δυνατοτήτων και το 29% την αύξηση του μεριδίου αγοράς. 

«Τα ευρήματα της έρευνας για την Ελλάδα μας επιτρέπουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι, ακόμη και στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε, οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές παρέχουν ευκαιρίες για ανάπτυξη και ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, που αποτελεί προϋπόθεση για να καταστεί η ελληνική επιχειρηματικότητα διεθνώς ανταγωνιστική. Ωστόσο, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε για να καταστεί η χώρα μας ελκυστικός προορισμός» δήλωσε σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας για την Ελλάδα, ο κ Τάσος Ιωσηφίδης, Επικεφαλής του τμήματος Χρηματοοικονομικών Συμβούλων της ΕΥ Ελλάδος. 

Τι γίνεται διεθνώς 

Με βάση έρευνα που διεξήχθη σε περισσότερα από 2.300 στελέχη σε 43 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, διαπιστώνεται ότι, ακόμη και στις παρούσες ραγδαία μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, το 56% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι θα επιδιώξει ενεργά συμφωνίες κατά τους επόμενους 12 μήνες, ποσοστό αυξημένο κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. 

Σε μία εποχή ήδη αυξημένης δραστηριότητας συμφωνιών, το 36% των επιχειρήσεων προσδοκά περαιτέρω αύξηση των εν αναμονή συμφωνιών τους κατά το επόμενο έτος. Η συντριπτική πλειοψηφία (96%) των στελεχών εκτιμά ότι η αγορά Σ&Ε θα βελτιωθεί ή θα παραμείνει σταθερή κατά το διάστημα αυτό. Αυτή η ισχυρή διάθεση για συμφωνίες συνεχίζεται σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ή αναδυόμενων πολιτικών προβληματισμών, τους οποίους το 69% των επιχειρήσεων θεωρεί ως το μεγαλύτερο κίνδυνο για την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, η σημαντικότερη παράμετρος που απασχολεί τα στελέχη είναι οι δραστικά μετασχηματιστικές επιπτώσεις της τεχνολογίας σε πιθανά αποτελέσματα συμφωνιών και στα επιχειρηματικά μοντέλα. 

Η αβεβαιότητα που πηγάζει από τον αυξανόμενο προστατευτισμό το 2016 θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές παγκοσμίως. Ωστόσο, παρά τους προβληματισμούς για εμπόδια στο εμπόριο, οι διασυνοριακές Σ&Ε αποτελούν ήδη σήμα κατατεθέν των συμφωνιών το 2017, με τις συμφωνίες μεταξύ των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης να ανακάμπτουν. Οι εταιρείες αναζητούν ευκαιρίες ανάπτυξης παντού, αν και εστιάζουν κυρίως ξανά στις αναπτυγμένες αγορές, σύμφωνα με την έρευνα. Από την έρευνα προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο επανέρχεται στην τρίτη θέση μεταξύ των ελκυστικότερων προορισμών για Σ&Ε. Την πεντάδα συμπληρώνουν οι ΗΠΑ (1), η Κίνα (2), η Γερμανία (4) και ο Καναδάς (5). Και άλλα ευρήματα της έρευνας ενισχύουν τη διαπίστωση ότι τα γεωπολιτικά θέματα δεν επηρεάζουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των επιχειρήσεων (71%) αναφέρουν ότι η απόφαση για το Brexit έχει αυξήσει ή δεν είχε επίδραση στις επενδυτικές προθέσεις τους στη Βρετανία. Στις ΗΠΑ, υπάρχουν ενδείξεις ότι η νέα διοίκηση θα προωθήσει περαιτέρω τις Σ&Ε, καθώς το 76% πιστεύει ότι οι ενδεχόμενες πολιτικές είτε θα ενισχύσουν, είτε δε θα επηρεάσουν καθόλου τη δραστηριότητα συμφωνιών. 

Επιπλέον εν μέσω των ραγδαίων αλλαγών, οι επιχειρήσεις αυξάνουν την ευελιξία των στρατηγικών τους, με το 73% να δηλώνει ότι αυξάνει τις διαδικασίες αξιολόγησης του χαρτοφυλακίου περιουσιακών τους στοιχείων για να ανταποκριθεί ή να κεφαλαιοποιήσει τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν δραστικά τους κλάδους δραστηριοποίησής τους. Η σύγκλιση κλάδων της οικονομίας εξαιτίας των τεχνολογιών και οι δραστικές αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών αποτελούν πρόκληση για τα στελέχη, με αποτέλεσμα να επανεξετάζουν και να επανεφεύρουν διαρκώς την επιχειρηματική στρατηγική τους. 

Οι top κλάδοι στις εξαγορές 

Οι πέντε κλάδοι όπου σημειώνονται οι περισσότερες εξαγορές είναι η αυτοκινητοβιομηχανία, τα καταναλωτικά προϊόντα, τα ορυκτά και μέταλλα, το πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και οι τηλεπικοινωνίες. 

Ο δραστικός μετασχηματισμός ενισχύει τις συμφωνίες 

Οι αγορές καινοτομίας αποτελούν τον πυρήνα των συμφωνιών το 2017, σύμφωνα με την έρευνα. Καθώς οι νεοφυείς, δραστικά μετασχηματιστικές επιχειρήσεις απειλούν τα καθιερωμένα επιχειρηματικά μοντέλα, οι πιο εδραιωμένες εταιρείες θα επιδιώξουν να ενισχύσουν την ανάπτυξή τους αποκτώντας καινοτόμες, νεοφυείς επιχειρήσεις. Οι αγοραστές αυτοί θα χρησιμοποιήσουν μια σειρά από τεχνικές απόκτησης, από την πλήρη εξαγορά περιουσιακών στοιχείων, μέχρι τις επενδύσεις μέσω εταιρικών κεφαλαίων καινοτόμων επιχειρήσεων νεοφυούς κεφαλαίου (corporate venture capital).