Σε νέα χαλάρωση των οικονομικών περιορισμών απέναντι στη Μόσχα προχωρά ο Ντόναλντ Τραμπ, υπογράφοντας εκτελεστικό διάταγμα που προβλέπει εξαιρέσεις από συγκεκριμένες κυρώσεις, απαγορεύσεις και δασμολογικές επιβαρύνσεις σε βάρος της Ρωσίας.
Η απόφαση αφορά μέτρα που περιλαμβάνονται στον νόμο του 2026 για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και του Ιράν, ο οποίος φέρει το όνομα του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ.
Το νομοθετικό πλαίσιο είχε σχεδιαστεί με στόχο να περιορίσει τα οικονομικά έσοδα της Μόσχας και να αυξήσει το κόστος για όσους εξακολουθούν να στηρίζουν τη ρωσική οικονομία, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και της αμυντικής βιομηχανίας.
Ωστόσο, ο ίδιος νόμος προβλέπει τη δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να αναστέλλει την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, αξιοποιώντας τις εξουσίες εξαίρεσης που του παρέχονται.
Η νέα παρέμβαση του Λευκού Οίκου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να αντιμετωπίσει την άνοδο των τιμών των καυσίμων, ενώ η συνεργασία της με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο.
Τι προβλέπει ο νόμος για τις κυρώσεις
Το νομοθέτημα, το οποίο υπέγραψε ο Τραμπ στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, ενισχύει το υφιστάμενο καθεστώς οικονομικών περιορισμών κατά της Ρωσίας, διευρύνοντας τις δυνατότητες επιβολής κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα, επιχειρήσεις, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πλοία.
Μεταξύ άλλων, προβλέπει μέτρα κατά Ρώσων αξιωματούχων και ολιγαρχών, καθώς και εναντίον επιχειρήσεων που υποστηρίζουν τη ρωσική αμυντική βιομηχανία ή διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλλουν δασμούς έως 100% σε μεγάλους αγοραστές ρωσικής ενέργειας και σε χώρες που συμβάλλουν στην αποφυγή των περιοριστικών μέτρων.
Παράλληλα, το νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει δασμούς που μπορούν να φτάσουν έως και το 500% σε προϊόντα ρωσικής προέλευσης, με προβλεπόμενες εξαιρέσεις για ορισμένες κατηγορίες εισαγωγών.
Στις διατάξεις του περιλαμβάνονται επίσης περιορισμοί που αφορούν τον λεγόμενο σκιώδη στόλο της Ρωσίας, δηλαδή τα πλοία που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου και συνδέονται με προσπάθειες παράκαμψης των διεθνών κυρώσεων.
Ο νόμος είχε εγκριθεί από τη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και 11 κατά, ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την τελική μορφή του με 262 ψήφους υπέρ και 159 κατά.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο
Η απόφαση για τις εξαιρέσεις ακολουθεί τη συμφωνία που ανακοίνωσε ο Τραμπ στις 9 Οκτωβρίου, με την οποία επέτρεψε την επανέναρξη εξαγωγών ρωσικού ντίζελ προς τις διεθνείς αγορές, επιδιώκοντας να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, η συμφωνία προβλέπει τη διάθεση περισσότερων από 300.000 μετρικών τόνων ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση 12 γερουσιαστών, μεταξύ των οποίων έξι Ρεπουμπλικανοί, οι οποίοι ζήτησαν από τον Τραμπ να ακυρώσει τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετα έσοδα για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι νομοθέτες αμφισβήτησαν επίσης κατά πόσο η ποσότητα των καυσίμων που προβλέπεται να διατεθεί θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τις τιμές στην αμερικανική αγορά.
Οι εξαιρέσεις και η δυνατότητα επαναφοράς των μέτρων
Σύμφωνα με το νέο εκτελεστικό διάταγμα, οι απαλλαγές καλύπτουν συγκεκριμένες διατάξεις για κυρώσεις και περιορισμούς, καθώς και δασμούς σε ρωσικά προϊόντα και εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν ρωσική ενέργεια.
Ο Τραμπ επικαλέστηκε το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών, γνωστοποιώντας ότι έχει διαβιβάσει στο Κογκρέσο την απαιτούμενη αιτιολόγηση για την απόφασή του.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον διατηρεί σε ισχύ τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί βάσει προηγούμενων εκτελεστικών διαταγμάτων. Επομένως, η νέα ρύθμιση δεν συνεπάγεται συνολική άρση των αμερικανικών περιοριστικών μέτρων κατά της Μόσχας.
Το διάταγμα αναθέτει επίσης στον Αμερικανό εμπορικό αντιπρόσωπο να παρακολουθεί τις αγορές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου από τρίτες χώρες, καθώς και ενδεχόμενες προσπάθειες παράκαμψης των κυρώσεων.
Οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις μπορούν να επανεξεταστούν και τα μέτρα να επανέλθουν, εφόσον το αποφασίσει ο Αμερικανός πρόεδρος ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται, ο υπουργός Εξωτερικών.
