
Η πρωτεύουσα της Εύβοιας δεν είναι το ατελείωτο... τσιπουράδικο που έχουν στο μυαλό τους οι Αθηναίοι, αλλά πολύ περισσότερα.
«E ν οίδα ότι ουδέν οίδα σαν τη Χαλκίδα». Το... πειραγμένο σωκρατικό ρητό που διάβασα λίγο νωρίτερα χαραγμένο σε παγκάκι έξω από ένα σχολείο μού ξανάρχεται στο μυαλό, καθώς στέκομαι στο σημείο όπου μισή νησιωτική πόλη συναντά μισή ηπειρωτική και μαζί φτιάχνουν τη Χαλκίδα. Το ένα της πόδι πατάει στη Στερεά Ελλάδα, το άλλο στην Εύβοια, και αυτή τη στιγμή βρίσκομαι ακριβώς στη μέση: στη γέφυρα του Ευρίπου. Στα δεξιά μου, κατά μήκος του παραλιακού πεζόδρομου, σκάνε μύτη αγουροξυπνημένοι στα ψηλά στενά μπαλκόνια των ξενοδοχείων αυτοί που ξέμειναν: Αθηναίοι και Θηβαίοι που προτίμησαν ένα ποτό παραπάνω από την επιστροφή στο σπίτι τους.
Στα αριστερά, το Φρούριο του Καράμπαμπα επιθεωρεί από ψηλά την κίνηση γύρω από τον πορθμό του Ευρίπου. Στους πρόποδες του λόφου της Φούρκας έχουν καταφτάσει τα πρώτα πούλμαν και τα γκρουπ ηλικιωμένων εκδρομέων. Κάποιοι αποφάσισαν ότι θα διασχίσουν αγκαζέ την παλιά γέφυρα, διακόπτοντας για λίγο την κυκλοφορία. Δεν ακούς κόρνα. Οι οδηγοί που κατευθύνονται στο κέντρο της πόλης για τα ψώνια του Σαββάτου, εξοικειωμένοι με την παρουσία του «τουρίστα της μονοήμερης», είναι υπομονετικοί. Ξέρουν ότι «αν πετύχεις ήλιο στη Χαλκίδα, ξεμυαλίζεσαι και νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε νησί». Οι κορμοράνοι έχουν ήδη ξεκινήσει τα πρωινά μακροβούτια στον Ευβοϊκό και οι γλάροι, που ο Σκαρίμπας τους έβλεπε σαν «ανοιγμένα βιβλία», πετούν πίσω από τις ψαρότρατες. Ακολουθώ κι εγώ τα καΐκια, από στεριάς. Επιστρέφοντας από τη νυχτερινή αλιευτική εξόρμηση, ρίχνουν άγκυρα στον όρμο της ιχθυόσκαλας, στην ηπειρωτική πλευρά της πόλης.
Πολλές βάρκες έχουν το όνομα της Αγίας Παρασκευής, της πολιούχου της Χαλκίδας. «Είναι η πόλη της και ξέρει τα νερά καλύτερα από κάθε άλλον άγιο», εξηγεί ο κυρ Γιάννης, ένας από τους τελευταίους παλιούς ψαράδες. Εχει κλείσει τα 83 και μπαλώνει τα δίχτυα του πάνω σε ένα καϊκάκι, που η συντήρησή του κοστίζει «πιο πολύ κι από Μερτσεντέ. Χωρίς να φύγει από το γιαλό θέλει ένα πενηντάευρο», λέει. Οι ψαράδες τρώνε ήδη κακαβιά μαγειρεμένη σε γκαζάκι στη βάρκα, όταν τα απέναντι καφέ που βρίσκονται κατά μήκος της παραλίας παίρνουν τις πρώτες παραγγελίες.
Ρετρό αναμνήσεις
Για αγνάντεμα χωρίς βαβούρα με έναν διπλό ελληνικό και θέα στη θάλασσα, χώνομαι στην «Παλίρροια», ένα από τα δύο πιο παλιά ξενοδοχεία της παραλιακής, ηλικίας 104 ετών. Το κατώφλι του έχουν διαβεί από τη Χριστίνα Ωνάση μέχρι τον Θανάση Βέγγο. Στο ρετρό καφέ του συναντάω γεροντάκια που, όταν ήταν παιδιά, είχαν ακούσει a cappella τη Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδά, αποκαλούν τον Σκαρίμπα «Μπαρμπα-Γιάννη» και αναφέρονται στον Μυταρά ως «ο Μητσάκος». Πιο κάτω το ξενοδοχείο «Lucy». Και ποιοι δεν έχουν μείνει στις σουίτες του: από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Αριστοτέλη Ωνάση και τη Μαρία Κάλλας μέχρι τη Μόνικα Βίτι, την Αλίκη, την Τζένη - όλους τους σταρ του ελληνικού σταρ σίστεμ των ’60s και των ’70s. Τους υποδεχόταν η ίδια βαλσαμωμένη λέαινα στην είσοδο, λάφυρο από σαφάρι του ιδιοκτήτη στη δεκαετία του 1950.
Τα αρχοντικά της παραλίας αναδίδουν άρωμα εποχής. Στο τέλος του πεζοδρόμου, το εμβληματικό Κόκκινο Σπίτι της οικογένειας Μάλλιου, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Χαλκιδέων, χτίστηκε το 1884 πάνω στο βράχο με τέτοιο τρόπο, ώστε να βρέχεται από τις τρεις πλευρές του από τη θάλασσα. Το 1916 φιλοξένησε τον Πέτρο Α΄ της Σερβίας, ενώ στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε ως γερμανικό διοικητήριο. Απέναντί του δεσπόζει το Σπίτι με τα Αγάλματα και πιο κάτω το τριώροφο Μέγαρο Κότσικα με τους χαρακτηριστικούς τρούλους, όπου στεγάζεται το Δημαρχείο της πόλης.
Λίγα στενά πιο πίσω βρίσκεται το σπουδαίο αρχιτεκτόνημα της Δημοτικής Αγοράς, που οι Χαλκιδαίοι ελπίζουν ότι θα δουν κάποτε να αναγεννάται. Αυτή η γειτονιά από το 1919 μυρίζει ψωμί. Μπαίνω στο εργαστήριο του «Μπαλτά», του παλιότερου ξυλόφουρνου της Χαλκίδας, που παράγει καθημερινά 300 κιλά από 14 διαφορετικά είδη ψωμιού. Ο Κώστας φτυαρίζει δίσκους με 50 καρβέλια που ζυμώνονται όλη νύχτα. Ομως η εμπορική καρδιά της πόλης χτυπάει στον πεζόδρομο της οδού Αβάντων, την «Ερμού της Χαλκίδας». Αν είσαι ντόπιος, αποκλείεται να κάνεις τα ψώνια σου Σάββατο μεσημέρι χωρίς να συναντήσεις γνωστό. Κι αν έχεις να τον δεις καιρό, δεν θα πεις όχι σε ένα μεζεδάκι στο «Στενάκι», όπου τα παλιά χρόνια, όπως θυμούνται οι παλιοί, τραγουδούσε και η Μπέλλου. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ο αδερφός της είχε το γνωστό «μίνι μάρκετ Μπέλλος» στην οδό Χαϊνά, προέκταση της Αβάντων.
Ψαρομεζέδες, θάλασσα και Κάστρο
Στις Καμάρες, τα απομεινάρια του ρωμαϊκού υδραγωγείου, οι κυριακάτικοι εκδρομείς κολλούν στην κίνηση και αρχίζουν τα τηλεφωνήματα στα ουζερί. «Τραπεζάκι στον ήλιο έχεις;», «Ελα και κάτι θα κάνουμε». Η μόδα με τα τσιπουράδικα της Χαλκίδας ξεκίνησε πριν από περίπου 15 χρόνια. «Πιο πριν ήταν προορισμός για ψάρι. Για τα τσίπουρα ήταν η Λάμψακος», λένε οι ντόπιοι. Και πάντα υπάρχει χώρος για ένα νέο ουζερί, ακόμη και εν μέσω κρίσης. Το «Καραντί» μόλις άνοιξε: ο 30χρονος Γιώργος Μπούσιος σταμάτησε να μπαρκάρει και επένδυσε στον τόπο του τα χρήματα που έβγαλε στα καράβια.
Οσο ταυτισμένη είναι η Χαλκίδα με τη γέφυρά της, άλλο τόσο είναι με τα καφέ και τα εστιατόρια της παραλιακής. Μια παρέα ηλικιωμένων έχει ενώσει πέντε στρογγυλά τραπεζάκια και τρώει καρυδόπιτα για να ξεπεράσει το... σοκ που ακολούθησε την επίσκεψή της στο ναό του Αγίου Νικολάου: «Τζαμί τον είχαν κάνει οι Τούρκοι». Δίπλα τους, φοιτητές, ζευγαράκια, εργένηδες και εξοδούχοι φαντάροι ρουφάνε ήλιο και freddo πίσω από την τζαμαρία. Ομως, όποιος νομίζει ότι Χαλκίδα είναι μόνο καφές στο Monstar, περαντζάδα δίπλα στο κύμα, ψαράκι και όστρακα στο γραφικό λιμανάκι Κουρέντι, μύδια σαγανάκι και τσιπουροκατάνυξη στο Τσαφ και μπαρμπουνάκι στου Γιάννη, τότε έχει χάσει την ουσία: μια βόλτα στην ιστορική γειτονιά του Κάστρου.
Οι Φράγκοι το ονόμαζαν Νεγκρεπόντε λόγω του μαύρου χρώματος που είχε η ξύλινη γέφυρα την οποία κατασκεύασαν, ενώ οι Τούρκοι Εγκριμπόζ - μεταφράζοντας στη γλώσσα τους τον Εύριπο. Η περιοχή ήταν οχυρωμένη με τείχη και, όσο την περπατά κανείς, ανακαλύπτει διαμάντια -όπως το τελευταίο σωζόμενο τμήμα του Κάστρου που στεγάζει σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης- και διαπιστώνει πως σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο συνυπάρχουν τρεις διαφορετικές θρησκείες: χριστιανισμός, ισλάμ, ιουδαϊσμός. Κατηφορίζοντας, συναντώ το τζαμί του Εμίρ Ζαδέ του 15ου αιώνα, με τον εντυπωσιακό θόλο, το πιο φημισμένο από τα τρία μουσουλμανικά τεμένη που λειτουργούσαν τότε εντός της οχυρωμένης πόλης. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο σπουδαίος παλαιοχριστιανικός ναός της Αγίας Παρασκευής και λίγο πιο κάτω, στην οδό Κώτσου, η Εβραϊκή Συναγωγή, ένας τόπος λατρείας με ιδιαίτερη σημασία για την πόλη, καθώς η εβραϊκή παρουσία στη Χαλκίδα έχει ιστορία 2.500 ετών.
Γύρω στις 6-7 φορές το μήνα, το ρεύμα του Ευρίπου αλλάζει φορά ακόμη και 14 φορές μέσα στο ίδιο 24ωρο. Γι’ αυτό και οι βέροι «τρελονερίτες», οι Χαλκιδαίοι δηλαδή, αλλάζουν γνώμη συνεχώς. Δεν ξέρω αν το ίδιο ισχύει και για τους επισκέπτες της πόλης, όσο βρίσκονται εκεί. Πάντως, όσο πλησιάζει η ώρα της επιστροφής στην Αθήνα, το σκέφτομαι όλο και πιο πολύ: Μήπως τελικά να μείνω για πάντα εδώ; Αρκετοί από τους σχεδόν 60.000 Χαλκιδαίους εργάζονται στην Αθήνα και πηγαινοέρχονται αυθημερόν. Κάτι θα ξέρουν.