
Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς, με εντυπωσιακές εικόνες, γυρίσματα σε έξι χώρες και μια πρωτοποριακή παραγωγή, που πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX. Για αρκετούς θεατές όμως, το να παρακολουθήσουν την ταινία και να ακούσουν τους διαλόγους μετατράπηκε σε πραγματική… οδύσσεια.
Μετά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, επέστρεψε ένα παράπονο που έχουμε δει και σε άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη: αρκετοί θεατές υποστηρίζουν ότι η ένταση του ήχου είναι υπερβολικά υψηλή, ενώ την ίδια στιγμή οι διάλογοι ακούγονται χαμηλοί ή «πνίγονται» από τη μουσική και τα ηχητικά εφέ.
Σε αναρτήσεις τους στα social media και στο Reddit, θεατές περιγράφουν τις σκηνές δράσης ως εκκωφαντικές. Κάποιοι ανέφεραν ότι χρειάστηκε να καλύψουν τα αυτιά τους, ενώ άλλοι δήλωσαν ότι δυσκολεύονταν να καταλάβουν τι έλεγαν οι ηθοποιοί.
«Οι διάλογοι ακούγονταν πνιχτοί, ενώ η υπόλοιπη ταινία ήταν εκκωφαντικά δυνατή», έγραψε ένας θεατής. Άλλος υποστήριξε ότι οι επιμέρους ήχοι χάνονταν μέσα σε μια διαρκή και ακραία ένταση. Αντίστοιχες παρατηρήσεις καταγράφηκαν και σε κριτικές της ταινίας, αν και άλλοι θεατές εξήραν το επιβλητικό και καθηλωτικό ηχητικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα στις προβολές IMAX.
Το γνώριμο «πρόβλημα του ήχου» στις ταινίες του Νόλαν
Οι αντιδράσεις δεν είναι πρωτοφανείς. Εδώ και χρόνια, οι ταινίες του Κρίστοφερ Νόλαν δέχονται κριτική για τη μεγάλη διαφορά έντασης μεταξύ των διαλόγων, της μουσικής και των ηχητικών εφέ.
Στο «The Dark Knight Rises», η φωνή του Μπέιν, τον οποίο υποδυόταν ο Τομ Χάρντι φορώντας μάσκα, είχε χαρακτηριστεί δυσνόητη. Ακόμη εντονότερες ήταν οι αντιδράσεις για το «Tenet» του 2020, όπου αρκετοί θεατές δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν μια ήδη περίπλοκη υπόθεση επειδή δεν μπορούσαν να ακούσουν καθαρά τους διαλόγους.
Παρόμοια παράπονα διατυπώθηκαν και για το «Oppenheimer» το 2023, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια ταινία με πολλές σκηνές διαλόγου.
Μία από τις αιτίες βρίσκεται στην επιλογή του Νόλαν να αποφεύγει, στον βαθμό που είναι δυνατό, τη διαδικασία ADR. Πρόκειται για την επανηχογράφηση διαλόγων μετά το τέλος των γυρισμάτων, μέσα σε στούντιο, ώστε οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται καθαρότερα.
Ο σκηνοθέτης έχει εξηγήσει ότι προτιμά να χρησιμοποιεί την ερμηνεία που δόθηκε τη στιγμή του γυρίσματος, αντί να ζητά από τον ηθοποιό να επαναλάβει αργότερα τα λόγια του. Έχει αναγνωρίσει, πάντως, ότι πρόκειται για μια καλλιτεχνική επιλογή με την οποία αρκετοί διαφωνούν.
Γιατί ο Νόλαν θέλει τις ταινίες του τόσο δυνατές
Ο Ρίτσαρντ Κινγκ, βραβευμένος σχεδιαστής ήχου που έχει συνεργαστεί με τον Νόλαν στις ταινίες «Dunkirk», «Inception», «The Dark Knight» και «Interstellar», έχει εξηγήσει τη φιλοσοφία πίσω από αυτή την επιλογή.
Όπως είχε αναφέρει σε διαδικτυακή συζήτηση, ο Νόλαν δεν επιδιώκει απλώς μια διανοητική εμπειρία, αλλά ένα σωματικό και συναισθηματικό βίωμα. Παρομοίασε μάλιστα τον ήχο των ταινιών του με την πανκ μουσική, όπου οι διάλογοι αποτελούν μόνο ένα μέρος της συνολικής ηχητικής σύνθεσης.
Στόχος του σκηνοθέτη, σύμφωνα με τον Κινγκ, είναι να αναγκάζει τον θεατή να πλησιάσει νοητά την οθόνη και να μην παρακολουθεί παθητικά. Η ένταση και η μεγάλη δυναμική περιοχή του ήχου, επομένως, δεν αποτελούν τεχνικό λάθος αλλά συνειδητή δημιουργική επιλογή.
Η νέα τεχνολογία που υποτίθεται ότι θα έλυνε το πρόβλημα
Πριν από την κυκλοφορία της «Οδύσσειας», υπήρχαν προσδοκίες ότι αυτή τη φορά οι διάλογοι θα ακούγονταν καθαρότερα.
Η ταινία είναι η πρώτη μεγάλου μήκους παραγωγή που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με κάμερες φιλμ IMAX. Μέχρι σήμερα, ένα από τα βασικά εμπόδια για τη χρήση τους σε ήσυχες σκηνές ήταν ο έντονος μηχανικός θόρυβος που παράγουν κατά τη λειτουργία τους.
Για τις ανάγκες της ταινίας αναπτύχθηκε ένα ειδικό ηχομονωτικό περίβλημα, γνωστό ως «blimp», το οποίο τοποθετήθηκε γύρω από την κάμερα και περιόριζε τον θόρυβο. Σύμφωνα με τον Νόλαν, η νέα κατασκευή επέτρεπε στην κάμερα να βρίσκεται πολύ κοντά σε έναν ηθοποιό που ψιθύριζε και να καταγράφεται αξιοποιήσιμος ήχος.
Η τεχνολογία έλυσε σε σημαντικό βαθμό το πρόβλημα της ηχογράφησης κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Δεν άλλαξε, όμως, απαραίτητα τη φιλοσοφία της τελικής μίξης, όπου η μουσική και τα ηχητικά εφέ εξακολουθούν να καταλαμβάνουν κεντρική θέση.
Η διαφορά ανάμεσα στο IMAX 70mm και στις συμβατικές προβολές
Συζήτηση έχει προκαλέσει και ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται η ταινία. Στις επιλεγμένες αίθουσες IMAX 70mm, η εικόνα εμφανίζεται σε αναλογία 1.43:1, προσφέροντας μεγαλύτερο τμήμα του αρχικού κάδρου, κυρίως στο επάνω και το κάτω μέρος.
Στις συμβατικές αίθουσες η εικόνα προσαρμόζεται σε διαφορετική αναλογία, με αποτέλεσμα ο θεατής να βλέπει μικρότερο τμήμα του κάδρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν σκηνές ή μέρος της πλοκής, αλλά ότι η οπτική εμπειρία διαφέρει από εκείνη που σχεδίασε ο Νόλαν για τις πλήρεις προβολές IMAX.
Η «Οδύσσεια» έχει διάρκεια δύο ώρες και 52 λεπτά και αφηγείται το ταξίδι επιστροφής του Οδυσσέα, τον οποίο υποδύεται ο Ματ Ντέιμον, μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Στην ταινία πρωταγωνιστούν επίσης οι Τομ Χόλαντ, Αν Χάθαγουεϊ, Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζεντάγια, Λουπίτα Νιόνγκο και Σαρλίζ Θερόν.
Μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην Πελοπόννησο, σε τοποθεσίες όπως η Σπηλιά του Νέστορα, η Βοϊδοκοιλιά, η παραλία Αλμυρόλακκα, το Κάστρο της Μεθώνης και ο Ακροκόρινθος.
Παρά τις αντιδράσεις, ο δυνατός ήχος φαίνεται να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κινηματογραφικής ταυτότητας του Κρίστοφερ Νόλαν. Για ορισμένους θεατές προσφέρει μια καθηλωτική εμπειρία· για άλλους, όμως, μετατρέπει την προσπάθεια να ακούσουν τους διαλόγους σε πραγματική… οδύσσεια.