Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024 -

Προεδρικές εκλογές στη Ρωσία: Πότε θα γίνουν, ποιοι συμμετέχουν και τι αναμένεται να συμβεί



Οι Ρώσοι προσέρχονται στις κάλπες στις 15-17 Μαρτίου για τις προεδρικές εκλογές, τις οποίες είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει ο νυν πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, εάν δεν συμβεί κάτι απρόσμενο. Μια τέτοια εξέλιξη θα εξασφαλίσει στον μακροβιότερο, μετά τον Ιωσήφ Στάλιν, επικεφαλής του Κρεμλίνου μια ακόμα εξαετή θητεία στην εξουσία.

Οι εκλογές θα διεξάγονται για τρεις ημέρες (15-17 Μαρτίου). Τα αποτελέσματα θα ακολουθήσουν λίγο αργότερα και ο νικητής θα αναλάβει καθήκοντα τον Μάιο.

Η ψηφοφορία θα λάβει, επίσης, χώρα σε αυτό που η Ρωσία ονομάζει νέα εδάφη, τα οποία είναι τμήματα της Ουκρανίας, που τώρα ελέγχονται από τις ρωσικές δυνάμεις και τελούν υπό τον ρωσικό νόμο.

Η Ουκρανία λέει ότι δεν θα ησυχάσει έως ότου εκδιώξει και τον τελευταίο Ρώσο στρατιώτη από τα προσαρτηθέντα εδάφη.

Για πρώτη φορά σε προεδρικές εκλογές στη Ρωσία θα είναι διαθέσιμο σύστημα ψηφοφορίας μέσω διαδικτύου, όπως σημειώνει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

 

Υπάρχουν 112,3 εκατ. άνθρωποι που έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές. Ακόμα 1,9 εκατ. άνθρωποι στο εξωτερικό έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν και 12.000 στο Μπαϊκονούρ, το κοσμοδρόμιο, το οποίο έχει η Ρωσία στο Καζακστάν.

Συνήθως, ψηφίζουν 70-80 εκατ. άνθρωποι. Η συμμετοχή το 2018 ήταν 67,5%.

 

Ο Πούτιν είναι υποψήφιος απέναντι στον κομμουνιστή Νικολάι Χαριτόνοφ, τον Λεονίντ Σλούτσκι, τον ηγέτη του εθνικιστικού Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος, και τον Βλαντισλάβ Νταβανκόφ από το κόμμα Νέος Λαός. Στον Μπορίς Ναντιέζντιν, που τάσσεται κατά του πολέμου, δεν επετράπη να είναι υποψήφιος, όπως και στην Γεκατερίνα Ντούντσοβα.

Ο Πούτιν, 71 ετών, πρώην αντισυνταγματάρχης της KGB, διορίστηκε υπηρεσιακός πρόεδρος από τον Μπορίς Γέλτσιν την τελευταία ημέρα του 1999. Κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2000 με το 53% των ψήφων και τις εκλογές του 2004 με το 71,3% των ψήφων.

Το 2008, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ κατέβηκε ως υποψήφιος για την προεδρία και ο Πούτιν υπηρέτησε ως πρωθυπουργός, πριν κερδίσει το 63,6% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές του 2012 και το 76,7% το 2018.

Ο Πούτιν έχει ήδη υπηρετήσει ως πρόεδρος για μεγαλύτερο διάστημα από οποιονδήποτε άλλο ρώσο ηγέτη μετά τον Ιωσήφ Στάλιν, ξεπερνώντας ακόμα και την 18χρονη θητεία του σοβιετικού ηγέτη Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Το ρωσικό σύνταγμα του 1993, που βασίζεται σε γενικές γραμμές στο γαλλικό σύνταγμα του 1958, θεωρήθηκε από κάποιους στη Δύση εξέλιξη, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημοκρατία στη μετασοβιετική Ρωσία. Αρχικά όριζε ότι ένας πρόεδρος μπορεί να υπηρετήσει μόνο για δύο θητείες τεσσάρων ετών, εάν αυτές είναι διαδοχικές.

Ωστόσο, η συνταγματική αναθεώρηση του 2008 παρέτεινε την προεδρική θητεία σε έξι χρόνια, ενώ οι τροπολογίες του 2020 ουσιαστικά μηδένισαν τα χρόνια της θητείας του Πούτιν στην προεδρία από το 2024, επιτρέποντάς του πιθανόν να παραμείνει στην εξουσία έως το 2036. Οι τροπολογίες αυτές απαγορεύουν, επίσης, την εκχώρηση εδαφών.

Η Δύση θεωρεί τον Πούτιν εγκληματία πολέμου, δολοφόνο και δικτάτορα, αλλά οι δημοσκοπήσεις στο εσωτερικό της χώρας του δείχνουν ότι έχει ποσοστά αποδοχής, που φθάνουν το 85%, υψηλότερα σε σχέση με πριν από την εισβολή στην Ουκρανία.

Το Κρεμλίνο λέει ότι ο Πούτιν έχει τη συντριπτική στήριξη του ρωσικού λαού και ότι η Ρωσία δεν θέλει να της κάνει κήρυγμα η Δύση για τη δημοκρατία.

Ρώσοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η Δύση προσπαθεί να υπονομεύσει τη Ρωσία, δημιουργώντας αμφιβολίες για τη νομιμότητα των εκλογών.

Υποστηρικτές λένε ότι ο Πούτιν ανέκοψε το κατηφορικό «σπιράλ», που έφτασε στο ναδίρ του με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, και αποκατέστησε τουλάχιστον ένα μέρος της επιρροής που είχαν οι Γενικοί Γραμματείς που κυβέρνησαν τη Σοβιετική Ένωση, ενώ ύψωσε το ανάστημά του σε αυτήν που το Κρεμλίνο χαρακτηρίζει «παρακμάζουσα Δύση» υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Μεγάλο μέρος της ρωσικής αντιπολίτευσης, που κυμαίνεται από σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές έως ριζοσπαστικούς εθνικιστές, τηρεί τους επίσημους κανόνες του αυστηρά ελεγχόμενου πολιτικού συστήματος και, παρά το γεγονός ότι διαθέτει έδρες στο κοινοβούλιο, δεν αντιτίθεται στο Κρεμλίνο σε σημαντικά ζητήματα. Φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι δεν διαθέτουν καμία έδρα στο κοινοβούλιο.

Οι υποστηρικτές του εκλιπόντος αντιπολιτευόμενου ηγέτη, Αλεξέι Ναβάλνι, είτε βρίσκονται στη φυλακή είτε έχουν διαφύγει στο εξωτερικό. Άλλοι αντιπολιτευόμενοι, όπως ο πρώην μεγιστάνας του πετρελαίου, Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, επίσης ζουν στο εξωτερικό.

Περιγράφουν τον Πούτιν ως έναν νονό της μαφίας, που έχει χτίσει ένα σύστημα προσωπικής διακυβέρνησης, που στηρίζεται στη διαφθορά. Οι αντίπαλοι του Πούτιν προβλέπουν ήδη από το 1999 ότι μια μέρα η αναταραχή θα οδηγήσει το σύστημα, του οποίου προεδρεύει, σε κατάρρευση.

Η Γιούλια Ναβάλναγια, χήρα του ηγέτη της ρωσικής αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι, έχει δηλώσει ότι το μέγεθος της δημόσιας υποστήριξης προς το πρόσωπό του μετά τον θάνατό του αποδεικνύει ότι ο αγώνας του συνεχίζεται και ζήτησε μαζικές διαμαρτυρίες την ημέρα των εκλογών κατά του Πούτιν.

Ο Ναβάλνι, σε ένα από τα τελευταία δημόσια μηνύματά του, είχε καλέσει τους πολίτες να διαμαρτυρηθούν κατά του Πούτιν με το να ψηφίσουν μαζικά στις 12 το μεσημέρι, (τοπική ώρα) στις 17 Μαρτίου, σχηματίζοντας μεγάλες ουρές και «πλημμυρίζοντας» τα εκλογικά κέντρα.

Η Ναβάλναγια έδωσε συνέχεια στο κάλεσμα του συζύγου της.

«Είναι μια πολύ απλή και ασφαλής ενέργεια, δεν μπορεί να απαγορευθεί και θα βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπους να δουν ομοϊδεάτες τους και να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είμαστε μόνοι», δήλωσε. «Περιτριγυριζόμαστε από ανθρώπους, που είναι επίσης κατά του πολέμου, κατά της διαφθοράς και κατά της ανομίας».

Ο ρώσος εθνικιστής Ίγκορ Γκίρκιν, που τον Ιανουάριο καταδικάστηκε σε κάθειρξη τεσσάρων ετών, δήλωσε ότι οι εκλογές του Μαρτίου θα είναι «απάτη» με τον νικητή να είναι ήδη ξεκάθαρος.

Ο Γκίρκιν, που δεν αναγνωρίζει την Ουκρανία ως κυρίαρχο κράτος και λέει ότι μεγάλο μέρος της είναι τμήμα της Ρωσίας, δήλωσε ότι η Ρωσία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ήττα στον πόλεμο, εκτός κι αν αποπέμψει τους ανώτατους διοικητές και ξεκινήσει να πολεμά με πιο σοβαρό τρόπο.

 

Το γραφείο του ΟΑΣΕ (Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) για τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ODIHR) ανέφερε τον Ιανουάριο ότι είναι ιδιαιτέρως λυπηρό που η Ρωσία αποφάσισε να μην προσκαλέσει παρατηρητές του Οργανισμού στις εκλογές.

«Λυπούμαστε που οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί τόσο πολύ στη Ρωσική Ομοσπονδία, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε παρατηρητές για τις προεδρικές εκλογές του Μαρτίου», δήλωσε η Πία Κάουμα, πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Οργανισμού.

«Η πρώτη αποστολή παρατηρητών σε εκλογές, που διοργανώθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΟΑΣΕ, ήταν στη Ρωσία το 1993 και έκτοτε έχουμε παρακολουθήσει δέκα εθνικές εκλογές στη χώρα. Είναι πολύ ατυχές που η δημοκρατική οπισθοδρόμηση έχει φθάσει σε τόσο κρίσιμο σημείο που δεν μπορούμε να είμαστε στο πεδίο ως παρατηρητές φέτος, αλλά φυσικά θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την κατάσταση στενά».

Το 2018, το ODIHR (Office for Democratic Institutions and Human Rights) ανέφερε ότι έγιναν εντατικές προσπάθειες να τονωθεί η συμμετοχή και ότι ήταν σημαντικός ο αριθμός των πολιτών που ψήφισαν.

«Ωστόσο, περιορισμοί στις θεμελιώδεις ελευθερίες του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, καθώς και στην εγγραφή υποψηφίων, έχουν στενέψει το περιθώριο για ενασχόληση με την πολιτική και έχουν οδηγήσει σε έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού», ανέφερε.

«Παρότι υποψήφιοι μπορούσαν σε γενικές γραμμές να κάνουν ελεύθερα εκστρατεία, η εκτεταμένη και άκριτη κάλυψη του εν ενεργεία προέδρου στα περισσότερα μέσα ενημέρωσης οδήγησε σε άνισους όρους ανταγωνισμού. Συνολικά, η ημέρα των εκλογών κύλησε με συντεταγμένο τρόπο παρά τα προβλήματα που σχετίζονταν με τη μυστική ψηφοφορία και τη διαφάνεια στην καταμέτρηση».