
Η παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα φέρνει στο προσκήνιο τα κριτήρια με τα οποία ο Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει να απομακρύνει συνεργάτες του από την κυβέρνησή του. Σύμφωνα με την ανάλυση The Atlantic, η οποία εξετάζει τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος της, η αποχώρησή της δεν συνδέεται τόσο με ζητήματα διαφθοράς όσο με την αρνητική δημοσιότητα που προκάλεσε η συμπεριφορά της και την έκθεση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος στη δεύτερη κυβέρνησή του περιβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά από πρόσωπα που του δείχνουν απόλυτη αφοσίωση και μέλη της οικογένειάς του, έχει καταστήσει σαφές ότι η προσωπική πίστη προς τον ίδιο μετρά περισσότερο από τα επαγγελματικά προσόντα. Ωστόσο, η ανεπάρκεια και οι καταγγελίες για διαφθορά που αφορούν αρκετούς από τους διορισμένους συνεργάτες του γεννούν το ερώτημα τι ακριβώς χρειάζεται για να χάσει κάποιος τη θέση του στον Λευκό Οίκο του Τραμπ.
Οι καταγγελίες σε βάρος της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και η αιτία της απομάκρυνσής της
Η Γκίλφοϊλ έχει βρεθεί αντιμέτωπη με καταγγελίες για κατάφωρη διαφθορά τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της ως πρέσβης. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ενώ η παραίτησή της, την οποία ζήτησε ο Λευκός Οίκος, δεν φαίνεται, σύμφωνα με την ανάλυση, να οφείλεται αποκλειστικά σε αυτές. Η άποψη ότι εκείνη ξεπέρασε ένα όριο διαφθοράς που δεν είχε παραβιαστεί προηγουμένως από άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους χαρακτηρίζεται αβάσιμη, καθώς, εάν τα ζητήματα δεοντολογίας και νομιμότητας αποτελούσαν πραγματικό λόγο απομάκρυνσης στη συγκεκριμένη κυβέρνηση, θα είχαν ήδη χάσει τις θέσεις τους και άλλα πρόσωπα.

Η βασική αιτία της αποχώρησής της, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ήταν ότι εξελίχθηκε σε πηγή αμηχανίας για τον Τραμπ και την κυβέρνησή του. Η Γκίλφοϊλ φέρεται να υπερέβη τα όριά της, επιχείρησε να αξιοποιήσει το όνομα του προέδρου για προσωπικό όφελος και τελικά εξέθεσε την κυβέρνηση όταν αποκαλύφθηκαν οι ενέργειές της. Η ανάλυση επισημαίνει, παράλληλα, ότι η αυτοεξυπηρέτηση μέσω δημόσιων αξιωμάτων αποτελεί κυρίως ανδρικό πεδίο στη συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Οι υποθέσεις Πιτ Χέγκσεθ, Κας Πατέλ και Τομ Χόμαν
Σε σύγκριση με τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος άλλων προσώπων της κυβέρνησης, ακόμη και του ίδιου του Αμερικανού προέδρου, οι υποθέσεις που αφορούν τη Γκίλφοϊλ παρουσιάζονται ως μικρότερης κλίμακας. Ο Τραμπ δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα για ζητήματα όπως η αποκόμιση οικονομικών οφελών από την άσκηση δημόσιου αξιώματος.
Την περασμένη άνοιξη, οι «Financial Times» ανέφεραν ότι χρηματιστηριακός διαμεσολαβητής του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, επιχείρησε να πραγματοποιήσει μεγάλη επένδυση στον αμυντικό κλάδο λίγο πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας υποψίες για ενδεχόμενη κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών στις συναλλαγές. Παράλληλα, ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποίησε κρατικά χρήματα σαν ταμείο για την καταβολή αθέμιτων μπόνους σε πρόσωπα της αρεσκείας του εντός της υπηρεσίας.
Ακόμη μία υπόθεση αφορά τον Τομ Χόμαν, γνωστό ως «τσάρο των συνόρων» του Τραμπ. Το 2024 καταγράφηκε σε ηχητικό υλικό να δέχεται 50.000 δολάρια σε μετρητά από μυστικούς πράκτορες του FBI, οι οποίοι παρίσταναν επιχειρηματίες. Τα χρήματα βρίσκονταν μέσα σε σακούλα από εστιατόριο της αλυσίδας Cava, μια λεπτομέρεια που χρησιμοποιείται ειρωνικά στην ανάλυση για να υπογραμμίσει τον προβληματικό χαρακτήρα της συναλλαγής. Παρά την υπόθεση, ο Χόμαν εξακολουθεί να κατέχει τη θέση του.

Ο Χέγκσεθ και ο Χόμαν αρνούνται ότι έχουν διαπράξει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ενώ ο Πατέλ και το FBI δεν έχουν προσφέρει σχόλια ή εξηγήσεις. Την ίδια στιγμή, ο δημοσιογράφος Ντέξτερ Φίλκινς περιέγραψε πρόσφατα τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, ως εκπρόσωπο «ενός νέου είδους πολιτικού προσώπου στην Ουάσινγκτον, για το οποίο τα δημόσια αξιώματα αποτελούν μέσο για την απόκτηση τεράστιου πλούτου».
Τα μηνύματα για τα χρέη της πιστωτικής κάρτας και τα 100.000 δολάρια
Η Γκίλφοϊλ μπορεί να θεωρείται μικρότερης εμβέλειας περίπτωση σε σύγκριση με άλλους που κατηγορούνται για οικονομικές παρατυπίες, ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, το μεγαλύτερο πρόβλημά της ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε να εξασφαλίσει χρήματα και να αξιοποιήσει τις πολιτικές της διασυνδέσεις. Τα μηνύματα που φέρεται να έστειλε σε υποστηρικτή του Τραμπ, ζητώντας οικονομική βοήθεια για την εξόφληση των υπέρογκων λογαριασμών των πιστωτικών καρτών της, χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα επιβαρυντικά.
Τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από τις ακροάσεις για την επικύρωση του διορισμού της, η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον υποστηρικτή του Τραμπ, Έρικ Ντίτερς, να μεταφέρει απευθείας στον λογαριασμό της στην American Express το ποσό των 100.000 δολαρίων. «Αγάπη μου, σε παρακαλώ, χρειάζομαι να το διευθετήσεις αυτό για μένα σήμερα», έγραψε, σύμφωνα με τα μηνύματα που αποκαλύφθηκαν.

Ακόμη πιο επιβαρυντικό θεωρείται το γεγονός ότι επανειλημμένα ζητούσε από τον Ντίτερς να σταματήσει να καταγράφει τις συνομιλίες τους γραπτώς και να επικοινωνεί μαζί της αποκλειστικά μέσω της εφαρμογής Signal. «Τι εφιάλτης, κυριολεκτικά θα μου κοστίσεις την πρεσβεία μου, σταμάτα να γράφεις», φέρεται να του έγραψε.
Η συμπεριφορά αυτή παραπέμπει στον άγραφο κανόνα που είναι γνωστός ως «κανόνας του Στρίγκερ Μπελ», από τον χαρακτήρα της τηλεοπτικής σειράς «The Wire». Στη σειρά, ο Στρίγκερ Μπελ επιπλήττει έναν συνεργό του που εμπλέκεται σε διακίνηση ναρκωτικών επειδή ήταν αρκετά απερίσκεπτος ώστε να κρατά γραπτές σημειώσεις για μια εγκληματική συνωμοσία. Η ειρωνεία στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ είναι ότι και η ίδια παραβίασε αυτόν τον κανόνα, καθώς κατέγραψε γραπτώς τα αιτήματά της.
Ο Έρικ Ντίτερς απείλησε να αποκαλύψει την αλληλογραφία
Ο Ντίτερς διατήρησε όλα τα μηνύματα, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η Γκίλφοϊλ τού είχε υποσχεθεί πρόσβαση στην κυβέρνηση Τραμπ. «Θα είμαι ο άνθρωπός σου στον Τραμπ, μέχρι τέλους, για πάντα», φέρεται να του είπε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του.
Όταν, όπως υποστηρίζει, δεν έλαβε όσα περίμενε, προειδοποίησε νωρίτερα μέσα στον Οκτώβριο την Γκίλφοϊλ και αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι θα δημοσιοποιούσε την αλληλογραφία τους. Στη συνέχεια, προχώρησε στην υλοποίηση της απειλής του, φέρνοντας στο φως τα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει.
Την ίδια περίοδο, η νεοδιορισμένη πρέσβης πραγματοποιούσε επαφές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συνοδευόμενη από Έλληνες μεγιστάνες. Αντί, όμως, να απολαμβάνει διακριτικά τα προνόμια της θέσης της, φέρεται να προέβαλλε τις σχέσεις της με εύπορους επιχειρηματίες και να παρουσίαζε τον εαυτό της ως πρόσωπο με ισχυρή πρόσβαση στον στενό κύκλο του Τραμπ και τη δυνατότητα να εξασφαλίζει αποτελέσματα.
Το επεισόδιο στο Νταβός και οι απειλές προς Αμερικανό επιχειρηματία
Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal», τον Ιανουάριο του 2026 η Γκίλφοϊλ ταξίδεψε στο Νταβός, όπου δεν της επετράπη να συμμετάσχει σε δείπνο που διοργανωνόταν προς τιμήν του Έρικ Τραμπ, γιου του Αμερικανού προέδρου. Η ίδια φέρεται να άσκησε πιέσεις σε Αμερικανό επιχειρηματία προκειμένου να εξασφαλίσει την είσοδό της.
«Ξέρεις, μπορώ να σου προσφέρω όλο τον κόσμο. Αυτό που σου αξίζει», φέρεται να του είπε. Σε αυτή την περίπτωση, τα λόγια της καταγράφηκαν σε ηχητικό υλικό και όχι σε γραπτά μηνύματα. «Θα σε κάνω να βγάλεις πάρα πολλά γα… χρήματα», φέρεται να πρόσθεσε.

Η Γκίλφοϊλ φέρεται επίσης να εξέφρασε την οργή της για τη συμπεριφορά της Ελληνίδας οικοδέσποινας του δείπνου, αμφισβητώντας το γεγονός ότι δεν είχε προσκληθεί. «Δεν γίνεται να μην έρθει η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Θα έπρεπε να μου φιλάει τον κ…», φέρεται να είπε, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα προσβλητική γλώσσα.
Η στάση του Τραμπ και η ψυχρή αποστασιοποίηση από την πρώην σύντροφο του γιου του
Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να ενοχλείται ούτε από τις χυδαίες εκφράσεις ούτε από τις προσπάθειες αποκόμισης οικονομικών οφελών μέσω δημόσιων αξιωμάτων. Ο ίδιος χρησιμοποιεί συχνά ανάλογη γλώσσα, ενώ έχει ενισχύσει την προσωπική του περιουσία κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και έχει επιτρέψει, ρητά ή έμμεσα, σε συνεργάτες του να επιχειρούν να επωφεληθούν από τις θέσεις τους.
Εκείνο που φέρεται να αποτέλεσε σημείο καμπής στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ ήταν ότι, ως πρώην αρραβωνιαστικιά του γιου του, δεν έδειξε την απαιτούμενη διακριτικότητα και ευγνωμοσύνη για τον διορισμό της στην Αθήνα. Η συμπεριφορά της, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την έκανε να μοιάζει με ηλικιωμένη σερβιτόρα που προσπαθεί να αποσπάσει φιλοδωρήματα από ανυποψίαστους πελάτες σε καζίνο. To The Atlantic χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα για να τονίσει ότι η Γκίλφοϊλ δεν προσπάθησε να κρύψει τις επιδιώξεις της, αλλά τις πρόβαλε με τρόπο που εξέθεσε τόσο την ίδια όσο και την κυβέρνηση.
Η σχέση της με την οικογένεια Τραμπ ήταν κάποτε ιδιαίτερα στενή. Στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών το 2020, η Γκίλφοϊλ είχε εξασφαλίσει μια θέση υψηλής τηλεοπτικής προβολής, από την οποία εξήρε με υπερβολικό τρόπο τον πρόεδρο. Η εμφάνισή της είχε χαρακτηριστεί καταστροφική και υπερβολική, ωστόσο ο Τραμπ φέρεται να την είχε εκτιμήσει, αποκαλώντας την «η δική μου Κίμπερλι» και συγκρίνοντάς την με την πρώην πρώτη κυρία της Αργεντινής, Εύα Περόν.
Νωρίτερα μέσα στο 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει για την απεσταλμένη του στην Ελλάδα: «Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι φίλη μου εδώ και πολύ καιρό. Μου αρέσει να την αποκαλώ Κίμπερ-λέι. Αυτό είναι το χαϊδευτικό μου όνομα για εκείνη, σωστά; Αλλά είσαι η καλύτερη και άκουσα ότι σε αγαπούν εκεί».
«Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου», είπε ο Τραμπ
Η στάση του προέδρου άλλαξε όταν, τις τελευταίες ημέρες, η δημοσιότητα επικεντρώθηκε στην απαιτητική συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ, στις προσπάθειές της να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την προεδρία και στις καταγγελίες που αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τη διαφθορά, λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Ο αρθρογράφος επισημαίνει επίσης ότι η Γκίλφοϊλ, μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, είχε εγκαταλειφθεί από τον γιο του Τραμπ για χάρη μιας νεότερης συζύγου, όπως ο ίδιος ο πρόεδρος έχει κάνει στο παρελθόν με προηγούμενες συζύγους του.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Τραμπ αποφάσισε να απομακρύνει γρήγορα και ψυχρά την πρώην σύντροφο του γιου του. Όταν ρωτήθηκε για εκείνη, δήλωσε: «Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου. Εκείνη, εεε, υποθέτω ότι έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό».
Η χρήση της λέξης «έβγαινε» και η έκφραση αμφιβολίας «υποθέτω» υπογραμμίζονται στο δημοσίευμα ως ενδείξεις της απόστασης που επιχείρησε να κρατήσει ο πρόεδρος από μια γυναίκα που για χρόνια θεωρούνταν πιθανό να γίνει νύφη του, καθώς επρόκειτο να παντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του.
Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Γκίλφοϊλ δεν αντιλήφθηκε τους άγραφους κανόνες που διέπουν την αξιοποίηση των σχέσεων με τον Αμερικανό πρόεδρο. Για να διατηρήσει τη θέση της, θα έπρεπε να αποφύγει τις περιπέτειες, να μην εκθέσει τον Τραμπ και να μην αφήσει αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σκάνδαλο. Όπως καταλήγει το άρθρο, η επιδίωξη οικονομικού οφέλους μέσω της προεδρίας προϋποθέτει ορισμένους κανόνες: να μην προκαλεί κανείς υπερβολική προσοχή, να μην φέρνει σε δύσκολη θέση τον ισχυρό προστάτη του και, αν είναι δυνατόν, να μην αποκαλύπτεται. Και κυρίως, να μην είναι μια μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα.