Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026 -

Το πιστοποιητικό εκδίδεται εντός 24 ωρών και έχει ισχύ τριών μηνών



Ένα νέο σύστημα αξιολόγησης της οικονομικής συμπεριφοράς φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων μπαίνει σε εφαρμογή, εισάγοντας για πρώτη φορά μια ενιαία πιστοληπτική βαθμολογία, η οποία θα αποτυπώνει τη φερεγγυότητα κάθε συναλλασσόμενου απέναντι στο Δημόσιο.

Το πιστοποιητικό, το οποίο θα εκδίδεται ηλεκτρονικά μέσα σε 24 ώρες, αναμένεται να αποτελέσει σταδιακά βασικό εργαλείο στις οικονομικές συναλλαγές, τόσο με το Δημόσιο όσο και μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων, καθώς θα λειτουργεί ως δείκτης αξιοπιστίας για την εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεων.

Με κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη και Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου ενεργοποιείται η πλατφόρμα πιστοληπτικής αξιολόγησης και καθορίζονται τόσο τα κριτήρια όσο και η μεθοδολογία υπολογισμού της βαθμολογίας.

Η διαδικασία είναι προαιρετική και ξεκινά με την υποβολή αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Το πιστοποιητικό εκδίδεται εντός 24 ωρών και έχει ισχύ τριών μηνών.

Εξι βαθμίδες για τα φυσικά πρόσωπα

Για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπονται έξι επίπεδα αξιολόγησης, από την ανώτερη βαθμίδα ΑΑ, που αντιστοιχεί σε εξαιρετική πιστοληπτική ικανότητα, έως τη βαθμίδα D, η οποία χαρακτηρίζει εξαιρετικά χαμηλή φερεγγυότητα.

Ενδιάμεσα διαμορφώνονται οι βαθμίδες:

  • Α: πολύ υψηλή πιστοληπτική ικανότητα,
  • ΒΒ: υψηλή,
  • Β: μέτρια,
  • C: χαμηλή,
  • D: εξαιρετικά χαμηλή.
 

Δέκα επίπεδα αξιολόγησης για τις επιχειρήσεις

Για τα νομικά πρόσωπα η αξιολόγηση είναι πιο αναλυτική, καθώς περιλαμβάνει δέκα διαβαθμίσεις, από την κορυφαία ΑΑ έως την κατώτερη D. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι κατηγορίες Α, Β1, Β2, Β-1, Β-2, C1, C2 και C, οι οποίες αποτυπώνουν τη σταδιακή μεταβολή της πιστοληπτικής εικόνας μιας επιχείρησης.

Η τελική βαθμολογία διαμορφώνεται από τη σχέση εισοδημάτων ή κερδών με τις συνολικές οφειλές, αλλά και από το ιστορικό συνέπειας στις πληρωμές.

Στοιχεία

Η πιστοληπτική αξιολόγηση βασίζεται αποκλειστικά σε δεδομένα που τηρούν δημόσιοι φορείς. Ειδικότερα, το σύστημα αντλεί πληροφορίες από:

  • την ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας στοιχεία από τις φορολογικές δηλώσεις (έντυπα Ε1, Ε2, Ε3 και Ν), τον ΕΝΦΙΑ, τις βεβαιωμένες οφειλές, τις ρυθμίσεις, τις πληρωμές και τυχόν μέτρα αναγκαστικής είσπραξης,
  • το ΚΕΑΟ, μέσω των ασφαλιστικών οφειλών, των ρυθμίσεων και του ιστορικού εξυπηρέτησής τους,
  • τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, από όπου αντλούνται στοιχεία του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας σχετικά με πτωχεύσεις και πλειστηριασμούς.

Πώς γίνεται η αξιολόγηση

Η βαθμολογία δεν προκύπτει από έναν μόνο δείκτη αλλά από στατιστική επεξεργασία ιστορικών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς. Το πληροφοριακό σύστημα χρησιμοποιεί αλγορίθμους μηχανικής μάθησης (machine learning), οι οποίοι εκτιμούν:

  • την ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών,
  • τη συνέπεια στις πληρωμές,
  • την πιθανότητα αθέτησης οικονομικών υποχρεώσεων.
 

Για την ανάπτυξη των μοντέλων λαμβάνονται υπόψη στοιχεία των δύο τελευταίων ετών, ενώ εξετάζονται τόσο η σημερινή οικονομική εικόνα όσο και η διαχρονική μεταβολή της, καθώς και η σύγκριση του κάθε φορολογούμενου ή επιχείρησης με αντίστοιχες ομάδες ίδιων χαρακτηριστικών.

Τα κριτήρια

Για τα φυσικά πρόσωπα η αξιολόγηση διαφοροποιείται ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος. Το σύστημα διακρίνει μεταξύ μισθωτών, συνταξιούχων, ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών, εισοδηματιών, αλλά και πολιτών χωρίς δηλωμένο εισόδημα, αξιοποιώντας κυρίως τα στοιχεία των εντύπων Ε1 και Ε3.

Στις επιχειρήσεις λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος, ο κύκλος εργασιών, ο κλάδος δραστηριότητας και ο χαρακτήρας της επιχείρησης (κερδοσκοπικός ή μη κερδοσκοπικός), όπως προκύπτουν από τις φορολογικές δηλώσεις.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις κατατάσσονται σε επιμέρους κατηγορίες, από πολύ μικρές έως μεγάλες, προκειμένου η αξιολόγηση να γίνεται μεταξύ ομοειδών οικονομικών μονάδων.

Οι αλγόριθμοι

Οι αλγόριθμοι αξιοποιούν δεδομένα που αφορούν:

  • το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης,
  • τα εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία των φυσικών προσώπων,
  • τα οικονομικά μεγέθη και τους χρηματοοικονομικούς δείκτες των επιχειρήσεων,
  • τη συνέπεια στην εξυπηρέτηση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων,
  • τη διαχρονική εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης,
  • τη θέση κάθε φορολογούμενου ή επιχείρησης σε σχέση με αντίστοιχες ομάδες ίδιων χαρακτηριστικών.