
Φόρους για μπόνους σε μετοχές που παραχώρησαν το 2004 καλούνται να πληρώσουν αναδρομικά οι τραπεζικοί κολοσσοί Deutsche Bank και UBS έπειτα από απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της Βρετανίας.
Τα μπόνους καταβλήθηκαν μέσω υπεράκτιων τραπεζικών λογαριασμών προκειμένου να μην πληρωθούν οι ανάλογοι φόροι εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, όπως επισημαίνεται σε σχετικό δημοσίευμα του βρετανικoύ ειδησεογραφικού πρακτορείου BBC. Και οι δύο τράπεζες έθεσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εκταμίευση των μπόνους ώστε να μη χαρακτηριστούν άμεσα ως εισόδημα αλλά ως συγκέντρωση κεφαλαίων που φορολογείται με χαμηλότερο συντελεστή. Το ανώτατο δικαστήριο της Βρετανίας απέρριψε αυτούς τους περιορισμούς, θεωρώντας πως ήταν απλά προσχηματικοί και εξωπραγματικοί.
Βασικό επιχείρημα της UBS ήταν ότι δεν υποχρεούνταν να καταβάλει τους φόρους εισοδήματος που προέκυπταν από τα μπόνους λόγω του καθεστώτος που ίσχυε τότε. Βάσει του καθεστώτος αυτού, οι μετοχές που παραχωρούνταν ως μπόνους, φορολογούνταν ως κεφάλαιο με συντελεστή 10%. Προϋπόθεση δε για την εκταμίευση των μπόνους ήταν, μεταξύ άλλων, να μην «υπάρξει άνοδος του βρετανικού χρηματιστηριακού δείκτη FTSE-100 πάνω από κάποιες μονάδες» για διάστημα τριών εβδομάδων από την παραχώρηση των μετοχών. Ο δικαστής, ωστόσο, χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς της UBS «εντελώς αυθαίρετους», με το σενάριο της ανόδου του βρετανικού δείκτη FΤSE-100 να είναι «εξωπραγματικό».
Στην περίπτωση της γερμανικής τράπεζας Deutsche Bank, οι μετοχές που κατανέμονταν ως μπόνους διοχετεύονταν σε λογαριασμούς της εταιρείας Dark Blue Investments στα Νησιά Κέιμαν. Οι εργαζόμενοι μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στα μπόνους εάν δεν παραιτούνταν ή απολύονταν έξι εβδομάδες μετά την παραχώρηση των μετοχών. Μετά την πάροδο του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, οι υπάλληλοι μπορούσαν να εισπράξουν τα μπόνους σε μετρητά.
Η UBS αντέδρασε στην απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου διότι στερείται, όπως ισχυρίστηκε, «εμπορικής ή επιχειρηματικής λογικής». Ηδη, ο ελβετικός τραπεζικός όμιλος έχει πληρώσει 50 εκατ. στερλίνες σε φόρους, μεγάλο μέρος των οποίων ανακτήθηκαν από τους εργαζόμενους που εισέπραξαν αυτά τα μπόνους.