Σάββατο 04 Απριλίου 2026 -

Βασίλης Παπανικολάου: ο ηρωικός Ευρυτάνας δάσκαλος



Ο Βασίλης Παπανικολάου γεννήθηκε στο Κρίκελλο Ευρυτανίας το έτος 1909. Τούτο προκύπτει από το Αρχείο της Κοινότητας Κρικέλλου, στο Μητρώο Αρρένων της οποίας είναι καταχωρημένος με Αύξοντα Αριθμό 23, τόπο γέννησης το Κρίκελλο και έτος γέννησης το 1909.

Πατέρας του ήταν ο Γιάννης Παπανικολάου και μητέρα του η Βασιλική Πλούμπη. Ήταν το δευτερότοκο μοναδικό αγόρι μιας οκταμελούς οικογένειας. Αδερφές του ήταν με σειρά γέννησης: η Ελένη, η Όλγα, η Καλλιρρόη, η Αικατερίνη και η Αλεξάνδρα.

Ο πατέρας του ήταν καποράφτης και γεωργοκτηνοτρόφος, με πολλά κτήματα στην κατοχή του, όλα στην περιφέρεια Κρικέλλου. Η μητέρα του τακτοποιούσε τις δουλειές του σπιτιού. Όταν όμως περίσσευε χρόνος καταπιάνονταν και με τις δουλειές στα κτήματα αλλά και με τη φροντίδα των ζώων που εξέτρεφαν, για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Ο Βασίλης από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές του σπιτιού, στα κτήματα και στη βοσκή των ζώων και ξεχώριζε για την προθυμία του, το ζήλο και τη σβελτοσύνη του.

Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, γράφτηκε για φοίτηση στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου της ιδιαίτερης πατρίδας του. Αποφοίτησε από το Δημοτικό Σχολείο Κρικέλλου και με την παρότρυνση των γονιών του, των συγγενών του και του δασκάλου του γράφτηκε για φοίτηση στην Πρώτη τάξη του Σχολαρχείου Καρπενησίου, όπου ξεχώρισε για το ζήλο του στη μόρφωση, τις επιδόσεις του στις σπουδές, τους ανοιχτούς πνευματικούς του ορίζοντες, τους ιδεολογικούς, κοινωνικοοικονομικούς και πολιτικούς του προβληματισμούς και προσανατολισμούς.

Με την αποφοίτησή του από το Σχολαρχείο, συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Καρπενησίου. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Καρπενησίου το 1928 και μετά από επιτυχείς εξετάσεις συνέχισε τις σπουδές του στο τριτάξιο Διδασκαλείο Λαμίας. Διευθυντής του Διδασκαλείου ήταν ο Μιχάλης Παπαμαύρος που φημιζόταν για την παιδαγωγική του κατάρτιση και τις προοδευτικές, μαρξιστικές του ιδέες. Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, οι οικονομικές και πολιτικές αναλύσεις που λάβαιναν χώρα στη σχολή, σαφώς και επηρέασαν το νεαρό φοιτητή Βασίλη Παπανικολάου. Σφυρηλάτησαν την ήδη διαμορφούμενη κοινωνική του συνείδηση και φιλοσοφία, καθώς και την πολιτική του ιδεολογία.

Ένας ευσυνειδητος και πρωτοπόρος εκπαιδευτικός

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Διδασκαλείο γνωρίστηκε με τον Αθανάσιο Κλάρα, το μετέπειτα θρυλικό πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, με τον οποίο συνδέθηκε με δεσμούς ζεστής φιλίας και συντροφικότητας.

Αποφοίτησε από το Διδασκαλείο Λαμίας, παίρνοντας το πτυχίο του δασκάλου, το 1931. Αμέσως μετά υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για λίγους μήνες λόγω πολυτεκνίας της οικογένειας. Με το που πήρε το απολυτήριο του στρατού διορίστηκε ως δάσκαλος πρώτα στο Δημοτικό Σχολείο Nέου Αργυρίου Ευρυτανίας, χωριό γνωστό και με το παρατσούκλι Τσαπίσματα, που του προσδόθηκε για να δοθεί έμφαση στις κοπιώδεις προσπάθειες που κατέβαλαν με τα τσαπιά οι πρώτοι Καρδιτσιώτες άποικοι κάτοικοί του, προκειμένου να διαμορφώσουν το έδαφος και να το καταστήσουν κατάλληλο για οίκηση. Σ’ αυτό το Σχολείο υπηρέτησε το σχολικό έτος 1932-1933.

Στη συνέχεια μετατέθηκε και υπηρέτησε για δυο χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο Κοντίβας Ευρυτανίας (σχολικά έτη 1933-1934 και 1934- 1935). Παράλληλα, τα σχολικά έτη 1931-1932 και 1932 -1933 στο διθέσιο Δημοτικό Σχολείο Κρικέλλου υπηρετούσαν οι δάσκαλοι Παπασταμούλης και Κοτσώνης, το σχολικό έτος 1933 -1934 οι Ψιλόπουλος Αθανάσιος και Στρατηγέλη Σταυρούλα και το σχολικό έτος 1934-1935 οι Βράχας και Κώτσης,  σύμφωνα με τα λεγόμενα των Κρικελλιωτών Πέτρου Κρέτση (1925) και Χρήστου Ζάρρα (1927), που υπήρξαν ο μεν πρώτος μαθητής ο δε δεύτερος αρχικά μαθητής κι αργότερα δάσκαλος στο Σχολείο αυτό.

Κατά κοινή ομολογία, ο δάσκαλος ήταν καλοσυνάτος άνθρωπος, εργατικός, ειλικρινής, ήρεμος, καινοτόμος, ευαίσθητος, ενθουσιώδης, τίμιος, λιγομίλητος, σοβαρός και μετριόφρων. Έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο των μαθητών του. Προς την κατεύθυνση αυτή εργαζόταν με ζήλο και ενθουσιασμό. Αγαπούσε τους μαθητές του, τους σεβόταν, μοχθούσε για την πρόοδό τους, για την προκοπή τους και πάντα με τον καλό λόγο, με την επιβράβευση, την παρότρυνση, ακόμα και με καραμέλες, προσπαθούσε να τους τονώσει το ηθικό, να τους παρακινήσει στη μάθηση. Είναι χαρακτηριστικό πως, όπως οι ίδιοι ομολογούν, ποτέ δεν χρησιμοποίησε τη βία.

O Παπανικολάου προσπαθούσε να μυήσει τους μαθητές του στην αγάπη προς το συνάνθρωπο, στην ανάγκη στοργής και φροντίδας προς τη μάνα–φύση, στην αναγκαιότητα κοινοκτημοσύνης και  ανιδιοτελούς κοινωνικής προσφοράς και τελικά στην αυτοδίκαιη απολαβή των κοινών κοινωνικών αγαθών.

Έμπρακτη απόδειξη των πρωτοποριακών ιδεών του δασκάλου Β. Παπανικολάου αποτελούσε:

-Σχολικός κήπος που έγινε με δική του παρότρυνση και προτροπή στην αυλή του σχολείου, «εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο». Τον κήπο φύτεψε και καλλιεργούσε μαζί με τους μαθητές του και προσπαθούσε να τους διδάξει πολλά για τον τρόπο των καλλιεργειών, μιας και την εποχή εκείνη τα περισσότερα παιδιά μετά το Σχολείο ασχολούνταν και με γεωργικές εργασίες.

-Η ίδρυση, σύσταση και λειτουργία Εξωραϊστικού Συλλόγου στο χωριό, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον καλλωπισμό της ευρύτερης περιοχής. Ακούραστος συνεργάτης και συνοδοιπόρος του στην προσπάθεια αυτή ήταν ο γιατρός Γιώργος Τσούκαλος, που κι αυτός ήρθε τότε νέος στο χωριό και παρείχε τις υπηρεσίες του στους χωριανούς, αλλά και στους κατοίκους της γύρω περιοχής. Τότε φυτεύτηκαν και τα πεύκα, που κοσμούσαν την Αγία Παρασκευή και την Καλλιθέα.

Ο γάμος

Ο δάσκαλος νυμφεύτηκε το 1936 τη Σπυριδούλα Νταλιάνη του Ιωάννη και της Ελένης, το γένος Παπαδημητρίου, από τη Δομνίστα. Ο γάμος έγινε στο χωριό της νύφης και το τραπέζι στο Κρίκελλο, όπου και εγκαταστάθηκε οικογενειακά. Δε γνώρισε τον πεθερό του ούτε το μοναδικό κουνιάδο του Κώστα, ο οποίος είχε πάει για σπουδές στη Γερμανία και πέθανε λίγα χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα. Γνώρισε όμως την πεθερά του και τη μία και μοναδική κουνιάδα του Βασιλική, σύζυγο του επίσης Δομνιστιάνου Θεοδώρου Μακρυγιάννη. Το Γενάρη του 1937, ανήμερα του Αγίου Αντωνίου, απέκτησε και το μονάκριβο γιο του Κώστα. Η γυναίκα του γέννησε στο πατρικό της σπίτι στη Δομνίστα και πέθανε στον τοκετό.

Ο πόλεμος βρήκε το δάσκαλο να διδάσκει στο Δημοτικό Σχολείο Κρικέλλου. Με προθυμία έφυγε για τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο πήρε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός και υπηρέτησε στο 42ο  Σύνταγμα Ευζώνων. Με την κατάρρευση του Μετώπου, τον Απρίλη του 1941, ο δάσκαλος Παπανικολάου επέστρεψε στο χωριό με… τα πόδια από τα ελληνοαλβανικά σύνορα!

Με την επιστροφή του στο χωριό, διδάσκει και πάλι στο Δημοτικό Σχολείο Κρικέλλου.. Παράλληλα, μεριμνά για την οργάνωση του αγώνα, για την ένοπλη αντίσταση στον κατακτητή.

Άνοιξη του 1950. Ο εμφύλιος έχει λήξει. Οι άνθρωποι επιστρέφουν στις πατρογονικές τους εστίες. Τα χωριά, ερειπωμένα και λαβωμένα, αρχίζουν δειλά-δειλά να κατοικούνται και πάλι. Οι άνθρωποι, όσοι απέμειναν, βασανιστικά καλούνται να συνεχίσουν, κλείνοντας τις πληγές τους. Οι τσοπάνηδες ανεβάζουν και πάλι τα κοπάδια τους στα βουνά για ξεκαλοκαιριό ...

Κάποια μέρα κι ενώ ο Κρικελλιώτης Αντρέας Νικολάου Ψεύτης βόσκει το κοπάδι του στα «Κουβελέικα», μια τοποθεσία χαμηλά στο Αγκάθι, «πέφτει» πάνω σ’ έναν ακέφαλο σκελετό ανθρώπου. Στη θέα του, τρομάζει! Με το που συνέρχεται από το αρχικό σοκ, διάφορες σκέψεις και υποθέσεις αρχίζουν να περνάνε από το μυαλό του. Έχει ακούσει για την περιπέτεια του δασκάλου Βασίλη Παπανικολάου ...

Στο μεταξύ, στο Κρίκελλο έχει ανέβει και ζει και η Καλλιρρόη Παπανικολάου με το σύζυγό της Κάρπο Τραχήλη. Οι δυο μικρότερες αδερφές της, η Αλεξάνδρα και η Αικατερίνη, βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Κύριο και μοναδικό μέλημα της Καλλιρρόης, σύμφωνα με την εξομολόγηση της Αλεξάνδρας Παπανικολάου, είναι η αναζήτηση και η περισυλλογή των οστών του αδερφού τους. Όταν ο βοσκός βρίσκεται στο Κρίκελλο και μαθαίνει ότι η Καλλιρρόη με το σύζυγό της είναι στο χωριό, πηγαίνει στο σπίτι τους και τους ενημερώνει για την ύπαρξη ανθρώπινου σκελετού σε συγκεκριμένο μέρος. Σηκώνονται τότε αυτοί και πηγαίνουν κρυφά, νύχτα, με χίλιες δυο προφυλάξεις -γιατί υπάρχει ακόμα τρομοκρατία-, με αγωνία και κρυφές ελπίδες στο σημείο, που τους έχει υποδείξει ο συγχωριανός τους. Όταν φτάνουν εκεί, ψάχνουν και, πράγματι, βρίσκουν έναν ακέφαλο σκελετό. Γύρω του υπάρχουν σκόρπια, κουρελιασμένα ρούχα.

Η Καλλιρρόη αναγνωρίζει, ανάμεσα στα κουρέλια, κομμάτια από τη μπλούζα αλλά και την τσατσάρα του αδερφού της … Βρίσκει και μια γάζα τυλιγμένη σε ένα οστό … Είναι του Βασίλη της. Ο δάσκαλος είχε πάντα δεμένο με γάζα το πληγιασμένο του πόδι. Δεν χρειάζονται άλλα πειστήρια. Μαζεύουν πρώτα τα κομμάτια των ρούχων και τα θάβουν εκεί, στο ρέμα, σε έναν πρόχειρο λάκκο που φτιάχνουν. Μαζεύουν έπειτα βιαστικά τα οστά, τα πλένουν, τα βάζουν σε μια καθαρή σακούλα -που έχουν φέρει μαζί τους- και γυρίζουν στο σπίτι τους, στο χωριό. Δεν λένε τίποτα σε κανέναν. Ούτε σκέψη για ταφή στο νεκροταφείο. Απαγορεύεται αυστηρά. Τα κρατούν λίγες μέρες μέσα στο σπίτι. Επειδή όμως φοβούνται μήπως γίνει κανένας έλεγχος, βρεθούν και μπλέξουν, βάζουν τα οστά του νεκρού σε μια βαλίτσα, που έχουν πρόχειρη στο σπίτι και τα θάβουν στον κήπο του σπιτιού τους ... Κανένας άλλος δεν είδε, κανένας δεν έμαθε, κανένας δεν ξέρει τίποτε …

Το φθινόπωρο ετοιμάζονται να φύγουν για την Αθήνα. Επειδή όμως φοβούνται μήπως στη διάρκεια του επικείμενου χειμώνα και της ερχόμενης άνοιξης -που αυτοί θα λείπουν- τα οστά ξεθαφτούν από κανένα ζώο ή έρθουν στην επιφάνεια εξ αιτίας της διάβρωσης του εδάφους ή πιθανής καλλιέργειας του κήπου και αποκαλυφθούν, τα ξεθάβουν, τα ξαναπλένουν, τα συσκευάζουν και τα παίρνουν μαζί τους. Τα κρατούν στο σπίτι τους στη Αθήνα για μερικά χρόνια.  Όταν πεθαίνει αργότερα ο πατέρας τους τα μεταφέρουν στο Γαλατά, τα κρύβουν επιμελώς στο φέρετρό του και ταξιδεύουν με ασφάλεια στο Κρίκελλο, όπου ψάλλεται η εξόδιος ακολουθία, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση και περνούν στην αιωνιότητα.

Τραγική φιγούρα ο γιος του δασκάλου Κωνσταντίνος Παπανικολάου, που χάνει κι αυτός τη ζωή του λίγα χρόνια αργότερα, στις 29 Μαΐου 1960, χτυπημένος από στρατιωτικό αυτοκίνητο, στην πρώτη του έξοδο ως στρατιώτης στο Γύθειο. Οι δικοί του μιλούν για δολοφονία.