
Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οικονομικά πιεσμένοι, ανήσυχοι για το μέλλον και «κουμπωμένοι» στις επιλογές τους, αλλά σταδιακά προσαρμόζονται στο περιβάλλον της ακρίβειας, αναπτύσσοντας προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης. Η έρευνα της EY Eλλάδος Future Consumer Index 2025, δείχνει μεν μια σχετική βελτίωση στο καταναλωτικό κλίμα, αλλά η συνολική αίσθηση παραμένει στενάχωρη, αποτυπώνοντας μια «εμπεδωμένη λιτότητα», όπως την αποκαλούν οι ερευνητές.
To 64% των Ελλήνων ανησυχεί για το αυξημένο κόστος ζωής, το 56% έχει περιορίσει τα έξοδά του σε είδη που δεν θεωρούνται πρώτης ανάγκης, το 43% αγοράζει μόνο τα απαραίτητα, το 51% δυσκολεύεται στις αγορές του λόγω του αυξημένου κόστους αγαθών και υπηρεσιών, ενώ σχεδόν ο ένας στους τέσσερις (23%) αδυνατεί να καλύψει έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες 500 ευρώ, χωρίς να δανειστεί.
Στην αντίστοιχη έρευνα του 2024, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα και μάλιστα είχαν καταγράψει επιδείνωση σε σύγκριση με το 2023. Η χαλάρωση των πιέσεων πιθανόν οφείλεται και στην αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος, την οποία κατέγραψε και η ΕΛΣΤΑΤ για το β’ τρίμηνο του 2025. Mόνο που η όποια αύξηση δεν είναι ικανή να χρηματοδοτήσει την κατανάλωση, η οποία υπερβαίνει το εισόδημα. Ως αποτέλεσμα, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να «μπαίνουν μέσα», καταγράφοντας αρνητική αποταμίευση – 3%.

Σπιτόγατοι οι Έλληνες καταναλωτές
Καθώς οι έξοδοι περιορίζονται, όλο και περισσότεροι Έλληνες είναι διατεθειμένοι να μεταφέρουν τη διασκέδαση εντός σπιτιού. Σχεδόν ο ένας στους δύο καταναλωτές (47%) εκτιμά ότι το επόμενο διάστημα θα περνάει σημαντικά περισσότερο χρόνο στο σπίτι, μια τάση που ολοένα αυξάνεται και μετά την πανδημία.
Το 40% σκοπεύει να διασκεδάζει περισσότερο στο σπίτι, ενώ ένα ακόμη υψηλότερο ποσοστό (49%, από 50% πέρυσι και 39% το 2023) δηλώνει ότι στο μέλλον θα μαγειρεύει περισσότερο στο σπίτι.

Οι καταναλωτές αλλάζουν προτεραιότητες
Πέρυσι ο ένας στους τρεις καταναλωτές (34%) ανέφερε ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που σκέφτεται τι είναι πραγματικά απαραίτητο, βάσει της οικονομικής του κατάστασης. Φέτος το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί στο 27%.
Από την άλλη έχουν αυξηθεί οι καταναλωτές που αλλάζουν τις μάρκες που αγοράζουν για να είναι φθηνότερες – στο 33% φέτος από 31% πέρυσι. Πάνω από ένας στους τέσσερις (26%) προτιμα τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ποσοστό που παραμένει υψηλό αν και έχει μειωθεί σε σχέση με το 2024 (34%). Αθροιστικά το 46% έχει κάνει «trade down» στις καταναλωτικές του συνήθειες, έχει δηλαδή μετατοπιστεί σε φθηνότερες και πιο περιορισμένες επιλογές, για να ανταπεξέλθει στην αύξηση του κόστους ζωής.
Το 15% των ερωτηθέντων, από 21% πέρσι — κυρίως κάτοικοι εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων Αθήνας και Θεσσαλονίκης — δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στα βασικά έξοδα όπως φαγητό, υγειονομική περίθαλψη και στέγαση. Μειωμένο είναι το ποσοστό των καταναλωτών που βασίζεται στην κυβερνητική στήριξη και στα επιδόματα για να ανταπεξέλθει οικονομικά, στο 4%, από 6% το 2024.
Μόλις ένα 3% δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για την οικονομική του κατάσταση, ποσοστό ούτως ή άλλως ελάχιστο και μειωμένο σε σύγκριση με το 2024 (5%).