Η Ελλάδα βρίσκεται ούτως ή άλλως σε δεινή θέση ακόμη και πέραν της οικονομικής, υπάρχει ζήτημα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης, αλλά οι αγορές και η Ευρώπη δεν καλοδέχτηκαν ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα που έμελε να αποτελέσει την απαρχή για μεγάλες πολιτικές εξελίξεις σε εσωτερικό επίπεδο.
Απέναντι στην αναπάντεχη εξαγγελία του κ. Παπανδρέου για διενέργεια δημοψηφίσματος κρίσιμα ερωτήματα τέθηκαν επί τάπητος.
Τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει ως ερώτημα αυτό το δημοψήφισμα και κατά πόσον το αποτέλεσμα αυτού θα ήταν σε θέση να θέσει σε κίνδυνο την Ευρωπαϊκή συνοχή;
Άμεσα αντέδρασε η Γερμανία και εν συνεχεία η Γαλλία, γι’αυτό και έσπευσαν από κοινού να ορίσουν τη φύση του δημοψηφίσματος και να προδικάσουν και το αποτέλεσμα με έναν άκρως εκβιαστικό τρόπο, που σίγουρα δεν αρμόζει μεταξύ εταίρων.
Μπροστά στο ερώτημα αποκωδικοποιημένο που ουσιαστικά θα έθετε το ζήτημα των επιπλέον μέτρων, της επιπλέον και περαιτέρω λιτότητας και σε ζητήματα εθνικού χαρακτήρα που αφορούν στην εθνική μας κυριαρχία ή οποία θα απειλείτο με απώλειες, πως θα αντιδρούσε ο ελληνικός λαός;
Πέραν των εταίρων μας, έντονα αντέδρασαν οι λεγόμενες αγορές καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον μειώθηκε καθ’ όλη την διάρκεια των συζητήσεων.
Ο κ. Παπανδρέου και το δημοψήφισμά του προκάλεσε ταραχές σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς ουσιαστικά υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για την σταθερότητα της Ευρωζώνης, την οποία δεν φρόντισαν να θωρακίσουν κατάλληλα οι Ευρωπαίοι, καθυστερώντας κατά πολύ στην αναγκαία λήψη μέτρων.
Οι τιμές και οι αριθμοί πολλές φορές μπορούν σχηματικά να αποτυπώσουν την εικόνα του κινδύνου, μιας και τα ελληνικά ομόλογα και ειδικότερα το διετές κατέληξε να διαπραγματεύεται κοντά στο 84% και τα ασφάλιστρα κινδύνου των πενταετών ομολόγων έφτασαν στις 5.487 μονάδες βάσης, σημειώνοντας μια άνοδο περί τις 1.900 μονάδες μέσα σε μόλις 1 ημέρα.
Εάν δε λάβουμε υπόψη μας τους κλυδωνισμούς που δέχεται η γειτονική μας Ιταλία και εν μέσω του φόβου περί εξάπλωσης της κρίσης και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, γίνεται πιο ξεκάθαρη αυτή η αντίδραση απέναντι στο δημοψήφισμα υπό την σκέψη της υλοποίησης των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής, που διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Το δημοψήφισμα δεν θα μπορούσε να παρέχει κανενός είδους ασφάλειας ούτε και εγγυήσεων μιας και κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμά του, γι’ αυτό και οι επενδυτές που επιζητούν ασφάλεια πάνω από όλα, κατέφυγαν αλλού στο άκουσμα του δημοψηφίσματος, μιας και είναι δύσκολο μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας να γίνουν προβλέψεις για το τι ακριβώς επίκειται στην Ευρωζώνη.
Οπότε ακόμη και ένα δημοψήφισμα που ουδέποτε έγινε, κατόρθωσε να ταράξει τις σχέσεις και να επιφέρει μεγάλες διακυμάνσεις στις αγορές.
Εκτός όμως από αυτό, σημαντικό ήταν και το γεγονός ότι εάν γινόταν το δημοψήφισμα θα μπορούσε να επηρεάσει και από ένα διαφορετικό πρίσμα την Ε.Ε, καθώς πολλοί θεωρούν ότι οι συμφωνίες μεταξύ των μελών της στερούνται πολιτικής νομιμοποίησης κάτι που θα μπορούσε να σημάνει την απαρχή για ανάλογα ή αντίστοιχα δημοψηφίσματα σε άλλες χώρες που στηρίζουν οικονομικά τις χώρες που βρίσκονται σε κίνδυνο.
Το κόστος όπως και να έχει από μια τέτοια ανακοίνωση ήταν μεγάλο .
Μέσα σε όλα αυτά διαφαίνεται η βαθιά κρίση που επικρατεί στην Ευρώπη και συγκεκριμένα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης, έως ότου υπάρξει μια συνοχή ανάμεσα στους ευρωπαίους ηγέτες για μια σταθερότητα, οι αγορές θα εξακολουθούν να κινούνται κατά τον ίδιο τρόπο.
Κωνσταντίνος Γρηγορόπουλος
Αναπληρωτής Γραμματέας
Γραμματείας Ιδεολογικού (ΛΑ.Ο.Σ.)



















