Δευτέρα 08 Αυγούστου 2022 -

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Θα ήθελα να ήμουν γιος του Μάνου Λοΐζου – Ο λόγος που έφυγε για Γερμανία το 1973



Στην εκπομπή του Νίκου Μπογιόπουλου στον Realfm 97,8 βρέθηκε καλεσμένος ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου,  που φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια από την πρώτη του δισκογραφική δουλειά.Ο δημοφιλής καλλιτέχνης αναφέρθηκε στην αρχή της καριέρας του, περιγράφοντας τα πρώτα του βήματα στον χώρο.  «Το 1972, ήμουν φαντάρος και πήρα μια άδεια και τραγούδησα τέσσερα τραγούδια του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη. Την εταιρεία τότε την έλεγαν Lindos, που ήταν μια σύμπραξη των δισκοπωλών. Για να μην τους εκμεταλλεύονται οι μεγάλες εταιρείες, είχαν κάνει μια δική τους εταιρεία, αλλά δεν άντεξαν», είπε.

Μιλώντας για τη γνωριμία του με τον Δημήτρη Μητροπάνο στον στρατό, είπε: «Ήμουν μέσα στη χούντα φαντάρος. Παρουσιαστήκαμε μαζί με τον Μητροπάνο στην Τρίπολη, εκεί γνωριστήκαμε. Όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, εγώ απαντούσα “παίζω πολλά όργανα και τραγουδάω” και μου έλεγαν “εσένα θα σε πάρει η ΑΣΔΕΝ στη λέσχη αξιωματικών, θα περάσεις ζάχαρη”. Όταν ήρθαν τα χαρτιά τα πολιτικά, εγώ έγινα οδηγός άρματος και ο Μητροπάνος μουλαράς. Μετά μου έλεγε “εγώ τουλάχιστον αγάπησα το μουλάρι μου, εσύ το αγάπησες το τανκς”;»

 Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το 1973 έφυγε για τη Γερμανία. «Δεν είχα τι να κάνω εδώ, δεν μπορούσα να τραγουδήσω Θεοδωράκη και ούτε και Λοϊζο, είχαν απαγορευτεί μερικά τραγούδια του. Έφυγα με έναν φίλο μου, τον Θωμά που ήμασταν μαζί φαντάροι. Εκεί τραγουδούσα σε διάφορες μπουάτ γερμανικές, αλλά και σε ένα μαγαζί που ήταν το στέκι του αγώνα, το είχε ο Γιάννης Κυριακίδης, ο αδελφός του Στέφανου Κυριακίδη. Τραγουδούσα εκεί και σε κάποια εστιατόρια για να βγάλω τα προς το ζειν. Και κάποια στιγμή πήγα στη Γαλλία και βρήκα τον Θεοδωράκη».

Η πρώτη συνάντηση του Βασίλη Παπακωνταντίνου με τον Μίκη Θεοδωράκη

«Του χτυπάμε με έναν φίλο του την πόρτα του. Του λέει “να ακούσεις το παιδί”. Λέει “δεν έχω καιρό να πούμε ένα τραγούδι και να σας πω”. Τελικά, φώναξε και την γυναίκα του και τα παιδιά του και τραγουδήσαμε δύο ώρες. Κι αμέσως κλείσαμε συμβόλαια. Θα πηγαίναμε Αμερική, αλλά πριν πάμε, έγινε μια συναυλία για τους Μαροκινούς φοιτητές στο πανεπιστήμιο στο Παρίσι, και στο διάλειμμα της συναυλίας ήρθε το μήνυμα “έπεσε η χούντα στην Ελλάδα. Και το δεύτερο μέρος της συναυλίας έγινε πανηγύρι τελικά. Μετά γυρίσαμε αμέσως στην Ελλάδα», είπε ο γνωστός τραγουδιστής.

Τα λόγια του για τον Μάνο Λοΐζο συγκινούν: «Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα με τον Θεοδωράκη, λέω στον διευθυντή της εταιρείας “θέλω να μου γνωρίσεις τον Λοΐζο”. Μου λέει “καλά ήρθες με τον Θεοδωράκη και θες τον Λοΐζο”. Λέω, “όχι, τους θέλω και τους δύο. Κι έτσι με πήγε στο στούντιο που έγραφε ο Λοΐζος τα Τραγούδια του Δρόμου, και εκεί ήταν και ο Μανώλης Ρασούλης. Θα έλεγε δύο τραγούδια που είπα εγώ ο Ρασούλης, τον Τρίτο Παγκόσμιο και τον Στρατιώτη. Και μόλις με δοκιμάζει ο Λοΐζος και λέω τον Στρατιώτη, πετάγεται ο Ρασούλης και του λέει “ρε Μάνο, άστο το παιδί, θα τα πει και τα δύο”. Έτσι ήταν αυτή η γενιά.

Ο Μάνος Λοΐζος ήταν δύο μάτια γεμάτα καλοσύνη, τρυφερότητα, ανθρωπίλα. Ήταν ό,τι πιο τρυφερό έχω γνωρίσει στη ζωή μου, γι’ αυτό έχω πει κατά καιρούς ότι αν δεν ήμουν γιος του πατέρα μου, θα ήθελα να ήμουν γιος του Μάνου Λοΐζου».

Για τον Θάνο Μικρούτσικο είπε: «Μικρούτσικος, με το λάθος όνομα. Θάνος τεράστιος έπρεπε να λεγόταν. Βρεθήκαμε σε μια συγκέντρωση, στην πλατεία Ταχυδρομείου. Εγώ είχα γυρίσει από το εξωτερικό και γίναμε με μια χειραψία φίλοι, λες και είχαμε ζήσει μια ζωή μαζί. Στη συνέχεια, συνεργασίες και άπειρες συναυλίες μαζί, με την Μαρία Δημητριάδη».

«Ο Άλκης Αλκαίος ήταν φίλος μου, έχω τραγουδήσει πολλά του τραγούδια. Τέτοια σεμνότητα δεν έχω ξαναδεί σε άνθρωπο. Βασανισμένος από τη Χούντα βέβαια. Έμεινε σε όλη του τη ζωή σχεδόν γονατισμένος, από τα βασανιστήρια, από τις φάλαγγες. Ήταν ποιητής, με λόγια τραγουδιών, πολύ απλός μα ποτέ απλοϊκός και ποτέ συνοπτικός», ανέφερε.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δεν πρόλαβε να συνεργαστεί με τον Μάνο Χατζηδάκι και εξηγεί τον λόγο: «Γιατί ήταν σε άλλη εταιρεία. Είχε τον Σείριο τότε, εγώ ήμουν στη Μίνος. Ήθελα να κάνουμε μια δουλειά στον Σείριο, ήταν μεγάλη τιμή για μένα. Η εταιρεία μου είπε “πες του να έρθει εδώ”. Το θεώρησα πολύ προσβλητικό. Και μου είπε ο Χατζηδάκις ότι “δεν πειράζει κάτσε και μόλις τελειώσει το συμβόλαιό σου, θα κάνουμε τη δουλειά και μετά πας όπου θέλεις”. Αλλά έφυγε…»