Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025 -

Wall Street Journal: Το αληθινό σχέδιο του Τραμπ για το ουκρανικό. Ειρήνη μέσω business με το Κρεμλίνο



Τρεις ισχυροί επιχειρηματίες, δύο Αμερικανοί και ένας Ρώσος, συναντήθηκαν τον περασμένο μήνα σκυμμένοι πάνω από έναν φορητό υπολογιστή στο Μαϊάμι Μπιτς, με σκοπό, όπως φαινόταν, να καταρτίσουν ένα σχέδιο για τον τερματισμό του μακροχρόνιου και αιματηρού πολέμου της Ρωσίας με την Ουκρανία.

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συνομιλίες, η πλήρης έκταση του σχεδίου τους πήγαινε πολύ παραπέρα. Στην πραγματικότητα, χαρτογραφούσαν ιδιωτικά έναν δρόμο για να επαναφέρουν τη ρωσική οικονομία των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στη διεθνή σκηνή, με τις αμερικανικές επιχειρήσεις να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή για να προηγηθούν των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών και να καρπωθούν τα οφέλη.

Στο παραθαλάσσιο κτήμα του, ο δισεκατομμυριούχος κατασκευαστής και ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ φιλοξενούσε τον Κιρίλ Ντμιτρίεφ, επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου και προσωπικό διαπραγματευτή του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος είχε διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό το έγγραφο που επεξεργάζονταν στην οθόνη. Ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του προέδρου, είχε φτάσει από το κοντινό του σπίτι σε νησί γνωστό ως «Billionaire Bunker».

Ο Ντμιτρίεφ προωθούσε ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο αμερικανικές εταιρείες θα αξιοποιούσαν περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια από τα παγωμένα στην Ευρώπη περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, για επενδυτικά έργα ΗΠΑ–Ρωσίας και μια αμερικανοκεντρική ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Αμερικανικές και ρωσικές εταιρείες θα μπορούσαν να ενωθούν ώστε να εκμεταλλευθούν τα τεράστια κοιτάσματα ορυκτών στην Αρκτική. Κατά τον Ντμιτρίεφ, δεν υπήρχαν όρια σε όσα θα μπορούσαν να πετύχουν οι δύο διαχρονικοί αντίπαλοι: ακόμη και οι ανταγωνιστικές τους διαστημικές βιομηχανίες, που είχαν φτάσει σε αναμέτρηση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσαν να επιδιώξουν μια κοινή αποστολή στον Άρη με τη SpaceX του Έλον Μασκ.

Για το Κρεμλίνο, οι συνομιλίες στο Μαϊάμι αποτελούσαν την κορύφωση μιας στρατηγικής που είχε καταστρωθεί πριν από την ορκωμοσία του Τραμπ, με στόχο να παρακαμφθεί ο παραδοσιακός μηχανισμός εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και να πειστεί η κυβέρνηση να δει τη Ρωσία όχι ως στρατιωτική απειλή αλλά ως γη πλούσια σε ευκαιρίες. Προσφέροντας πολυδισεκατομμυριουχικές συμφωνίες για σπάνιες γαίες και ενέργεια, η Μόσχα θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τον οικονομικό χάρτη της Ευρώπης, ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε ρήγμα μεταξύ της Αμερικής και των παραδοσιακών συμμάχων της.

Ο Ντμιτρίεφ, πρώην στέλεχος της Goldman Sachs, βρήκε πρόθυμους συνεργάτες στον Γουίτκοφ, μακροχρόνιο φίλο του Τραμπ στα γήπεδα γκολφ και τον Κούσνερ, του οποίου το επενδυτικό ταμείο Affinity Partners είχε προσελκύσει επενδύσεις δισεκατομμυρίων από αραβικές μοναρχίες. Οι δύο επιχειρηματίες συμμερίζονταν τη μακροχρόνια γεωπολιτική προσέγγιση του Τραμπ: αν γενιές διπλωματών έβλεπαν τις μετασοβιετικές προκλήσεις της Ανατολικής Ευρώπης ως έναν Γόρδιο Δεσμό, ο πρόεδρος θεωρούσε ότι υπήρχε μια εύκολη λύση: τα σύνορα έχουν μικρότερη σημασία από τις επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 είχε προσφερθεί να διαπραγματευτεί προσωπικά μια ταχεία λήξη του Ψυχρού Πολέμου, ενώ σχεδίαζε, όπως είχε πει σε Σοβιετικούς διπλωμάτες, να χτίσει έναν Πύργο Τραμπ απέναντι από το Κρεμλίνο, με το κομμουνιστικό καθεστώς ως επιχειρηματικό εταίρο.

 

Οργή από τον σύμβουλο του Πούτιν περί της διαρροής της συνομιλίας με τον Γουίτκοφ, για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την Ουκρανία

Ο Γουίτκοφ, μιλώντας στη Wall Street Journal, περιέγραψε εκτενώς την ελπίδα του ότι Ρωσία, Ουκρανία και ΗΠΑ θα γίνουν επιχειρηματικοί εταίροι. «Η Ρωσία έχει τόσους πολλούς τεράστιους πόρους, απέραντες εκτάσεις γης», είπε, εξηγώντας πως εφόσον όλοι ευημερούν, αυτό θα λειτουργήσει ως «ανάχωμα» απέναντι σε μελλοντικές συγκρούσεις. Όταν μια εκδοχή του 28σέλιδου σχεδίου διέρρευσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα, προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Ηγεσίες στην Ευρώπη και την Ουκρανία διαμαρτυρήθηκαν ότι αντικατοπτρίζει κυρίως ρωσικές θέσεις και παραβιάζει σχεδόν όλες τις «κόκκινες γραμμές» του Κιέβου. Η ηρεμία δεν επέστρεψε ούτε όταν κυβερνητικοί αξιωματούχοι διαβεβαίωσαν ότι το σχέδιo δεν ήταν οριστικό, καθώς ανησυχούσαν ότι η Ρωσία, μετά την βίαιη αναδιαμόρφωση των ευρωπαϊκών συνόρων, επιβραβευόταν με εμπορικές ευκαιρίες.

Καθώς οι δυτικοί ηγέτες συνεδρίαζαν για να εξετάσουν το σχέδιο, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ προσέφερε μια καίρια σύνοψη: «Ξέρουμε ότι αυτό δεν αφορά την ειρήνη. Αφορά το εμπόριο». Για πολλούς στον Λευκό Οίκο του Τραμπ, αυτή η σύγκλιση επιχειρηματικών συμφερόντων και γεωπολιτικής δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά πλεονέκτημα. Βασικοί σύμβουλοι του προέδρου βλέπουν ευκαιρία για Αμερικανούς επενδυτές να εξασφαλίσουν επικερδείς συμφωνίες σε μια μεταπολεμική Ρωσία και να καταστούν εμπορικοί εγγυητές της ειρήνης. Στις συνομιλίες με Γουίτκοφ και Κούσνερ, η Ρωσία έχει ξεκαθαρίσει ότι θα προτιμούσε να εμπλακούν αμερικανικές επιχειρήσεις και όχι ευρωπαϊκές, των οποίων οι ηγέτες, σύμφωνα με πηγή, «έχουν πει πολλά αρνητικά για τις ειρηνευτικές προσπάθειες». «Είναι το “Art of the Deal” του Τραμπ», ανέφερε η ίδια πηγή, «να πει: “Κοιτάξτε, λύνω το θέμα και υπάρχουν τεράστια οικονομικά οφέλη γι’ αυτό για την Αμερική, σωστά;”».

Ένα ερώτημα για την ιστορία θα είναι κατά πόσο ο Πούτιν αντιμετώπιζε αυτή την προσέγγιση ως γνήσια προσπάθεια για τερματισμό του πολέμου ή ως ελιγμό για να καθησυχάσει τις ΗΠΑ, παρατείνοντας έναν πόλεμο που πιστεύει ότι η ιστορία του επιβάλλει να κερδίσει αργά αλλά αναπόφευκτα.

Ένα σημάδι ότι ενδεχομένως να είναι σοβαρός είναι πως μερικοί από τους πιο έμπιστους φίλους του, δισεκατομμυριούχοι από την Αγία Πετρούπολη, όπως ο Γκενάντι Τιμτσένκο, ο Γιούρι Κοβαλτσούκ και οι αδελφοί Ρότενμπεργκ, Μπόρις και Αρκάντι, έχουν στείλει εκπροσώπους για διακριτικές συναντήσεις με αμερικανικές εταιρείες προκειμένου να εξετάσουν συμφωνίες εξόρυξης σπάνιων γαιών και ενέργειας. Αυτό περιλαμβάνει και την αναβίωση του τεράστιου αγωγού Nord Stream, ο οποίος είχε σαμποταριστεί από Ουκρανούς δύτες και βρίσκεται υπό κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Νωρίτερα φέτος, η Exxon Mobil συναντήθηκε με τη μεγαλύτερη ρωσική κρατική εταιρεία ενέργειας, τη Rosneft, για να συζητήσουν την πιθανή επιστροφή στο μεγάλο έργο φυσικού αερίου στο Σαχαλίν εφόσον Μόσχα και Ουάσιγκτον δώσουν το “πράσινο φως”. Παράλληλα, μια σειρά επιχειρηματιών κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ προσπαθούν να τοποθετηθούν ως νέοι οικονομικοί σύνδεσμοι μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Ο Γκέντρι Μπιτς, φίλος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ από το πανεπιστήμιο και δωρητής της προεκλογικής εκστρατείας, βρίσκεται σε συνομιλίες για να αποκτήσει μερίδιο σε έργο ρωσικού αερίου στην Αρκτική, εφόσον αρθούν οι κυρώσεις. Ένας άλλος δωρητής του Τραμπ, ο Στίβεν Π. Λιντς, κατέβαλε 600.000 δολάρια φέτος σε λομπίστα κοντά στον Τραμπ Τζούνιορ, ο οποίος τον βοηθά να επιδιώξει άδεια από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών για αγορά του αγωγού Nord Stream 2 από ρωσική κρατική εταιρεία. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Γουίτκοφ, ο Λευκός Οίκος ή ο Κούσνερ γνωρίζουν ή συντονίζουν αυτές τις προσπάθειες. Πηγή προσκείμενη στον Γουίτκοφ ανέφερε ότι ο απεσταλμένος είναι βέβαιος πως οποιοσδήποτε συμβιβασμός με τη Ρωσία θα ωφελήσει συνολικά την Αμερική και όχι μόνο έναν μικρό αριθμό επενδυτών.

Ο Γουίτκοφ, που δεν έχει ταξιδέψει στην Ουκρανία φέτος, αναμένεται να επισκεφθεί τη Ρωσία για έκτη φορά την επόμενη εβδομάδα, όπου θα συναντηθεί ξανά με τον Πούτιν. «Οι Ουκρανοί έχουν πολεμήσει ηρωικά για την ανεξαρτησία τους», είπε, προσπαθώντας να εμπνεύσει Ουκρανούς αξιωματούχους με την ιδέα στρατιωτών που θα αφοπλίζονταν για να κερδίζουν μισθούς αντίστοιχους της Silicon Valley, λειτουργώντας αμερικανικά κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης. «Ήρθε η ώρα να εδραιώσουν όσα έχουν επιτύχει μέσω της διπλωματίας», πρόσθεσε.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε: «Η κυβέρνηση Τραμπ έχει συγκεντρώσει πληροφορίες και από τους Ουκρανούς και από τους Ρώσους για τη διαμόρφωση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας που μπορεί να σταματήσει τις δολοφονίες και να φέρει αυτόν τον πόλεμο στο τέλος του. Όπως είπε ο πρόεδρος, η εθνική του ομάδα ασφαλείας έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο την περασμένη εβδομάδα και η συμφωνία θα συνεχίσει να τελειοποιείται μετά τις συνομιλίες με αξιωματούχους και των δύο πλευρών».

Αμερικανός κυβερνητικός αξιωματούχος είπε ότι ο Κούσνερ και ο Γουίτκοφ συναντήθηκαν επίσης με τον Ουκρανό σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Ρουστέμ Ουμέροφ στο Μαϊάμι και μίλησαν με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο αξιωματούχος τόνισε ότι ενώ ο Τραμπ έχει κάνει «πολλά νέα και σημαντικά πράγματα όσον αφορά τα οικονομικά κίνητρα», αυτός και η ομάδα του επικεντρώνονται επίσης στις «γεωπολιτικές και στρατιωτικές πραγματικότητες».

Καθώς ο Γουίτκοφ επιδίωκε συνομιλίες με τον Ντμιτρίεφ επί εννέα μήνες, ορισμένες υπηρεσίες της κυβέρνησης Τραμπ είχαν περιορισμένη εικόνα των επαφών του με τη Μόσχα. Πριν από τη σύνοδο κορυφής του Αυγούστου στην Αλάσκα μεταξύ Τραμπ και Πούτιν, ο Γουίτκοφ και ο Ντμιτρίεφ συζήτησαν μια ανταλλαγή κρατουμένων που θα ήταν η μεγαλύτερη διμερής ανταλλαγή στην ιστορία των δύο χωρών. Η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA), η οποία παραδοσιακά διαχειρίζεται τέτοιου είδους ανταλλαγές με τη Ρωσία, δεν είχε πλήρη ενημέρωση για την προτεινόμενη συμφωνία, ούτε το γραφείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τους αδίκως φυλακισμένους Αμερικανούς. Η CIA δεν απάντησε σε αιτήματα σχολιασμού, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρέπεμψε τις ερωτήσεις στον Λευκό Οίκο.

Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι στο γραφείο του υπουργείου Οικονομικών που επιβλέπει τις κυρώσεις ενημερώνονταν κατά καιρούς για λεπτομέρειες των συναντήσεων του Γουίτκοφ με τη Μόσχα από τους Βρετανούς ομολόγους τους. Τις ημέρες μετά τη σύνοδο στην Αλάσκα, ευρωπαϊκή υπηρεσία πληροφοριών διένειμε έντυπη αναφορά σε φάκελο manila σε κορυφαίους αξιωματούχους εθνικής ασφάλειας της ηπείρου, οι οποίοι σοκαρίστηκαν από το περιεχόμενο: μέσα βρίσκονταν λεπτομέρειες των εμπορικών και οικονομικών σχεδίων που η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να επιδίωκε με τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της κοινής εξόρυξης σπάνιων γαιών στην Αρκτική.

Ο Γουίτκοφ έχει συνεργαστεί στενά με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Ωστόσο, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για την Ουκρανία, αντιστράτηγος ε.α. Κιθ Κέλογκ, έχει ουσιαστικά απομακρυνθεί από τις σοβαρές συνομιλίες και την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την κυβέρνηση.

 

Κιρίλ Ντμίτριεφ

Για την κατανόηση του παρασκηνίου πίσω από τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τη Ρωσία, η Wall Street Journal μίλησε με δεκάδες αξιωματούχους, διπλωμάτες και πρώην και νυν στελέχη υπηρεσιών πληροφοριών από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Ευρώπη, καθώς και Αμερικανούς λομπίστες και επενδυτές κοντά στην κυβέρνηση. Η εικόνα που προκύπτει είναι μια αξιοσημείωτη ιστορία επιχειρηματικών παραγόντων που λειτουργούν εκτός των παραδοσιακών διπλωματικών γραμμών για να εδραιώσουν μια ειρηνευτική συμφωνία με εμπορικές συμφωνίες.

Ο Στιβ Γουίτκοφ βρισκόταν μόλις λίγες εβδομάδες στη νέα του θέση ως διαπραγματευτής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Ρωσία και την Ουκρανία, όταν το γραφείο του ζήτησε από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών βοήθεια ώστε να επιτραπεί η επίσκεψη ενός Ρώσου επιχειρηματία που τελούσε υπό κυρώσεις στην Ουάσιγκτον. Ο Κιρίλ Ντμιτρίεφ, επενδυτικός τραπεζίτης με σπουδές στο Χάρβαρντ και στο Στάνφορντ, μιλούσε τη γλώσσα που προτιμούσε ο Γουίτκοφ: τη γλώσσα των επιχειρήσεων. Ο Ντμιτρίεφ είχε προσκαλέσει τον Γουίτκοφ στη Μόσχα τον Φεβρουάριο και τον είχε συνοδεύσει σε μια τρίωρη συνάντηση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για να συζητήσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ωστόσο, ο Ντμιτρίεφ ήταν ανεπιθύμητος στις ΗΠΑ, καθώς το υπουργείο Οικονομικών τον είχε μπλοκάρει το 2022 λόγω του ρόλου του στη διοίκηση του Ρωσικού Ταμείου Εθνικού Πλούτου, το οποίο χαρακτήρισε ως «ταμείο για τον Βλαντίμιρ Πούτιν».

Ο Τραμπ είχε πει στον Γουίτκοφ ότι ήθελε να τελειώσει ο πόλεμος και η κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να αναλάβει το ρίσκο να υποδεχθεί τον απεσταλμένο του Πούτιν στην Ουάσιγκτον. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε απορίες για το ασυνήθιστο αίτημα, αλλά τελικά το ενέκρινε. Ο Ντμιτρίεφ έφτασε στον Λευκό Οίκο στις 2 Απριλίου και παρουσίασε μια λίστα επιχειρηματικών έργων πολλών δισεκατομμυρίων που οι δύο κυβερνήσεις μπορούσαν να υλοποιήσουν από κοινού. Σε κάποια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είπε στον Ντμιτρίεφ ότι ο Πούτιν έπρεπε να δείξει ότι ήταν σοβαρός σχετικά με την ειρήνη. Όμως ο Ντμιτρίεφ πίστευε ότι η επιχειρηματική τους σχέση έκανε πρόοδο. «Μπορούμε να μετατρέψουμε την επενδυτική εμπιστοσύνη σε πολιτικό ρόλο», είπε σε μια αδημοσίευτη συνέντευξη εκείνον τον μήνα.

Τον Απρίλιο, ο Ντμιτρίεφ υποδέχθηκε τον Γουίτκοφ στην προεδρική βιβλιοθήκη της Αγίας Πετρούπολης για άλλη μια τρίωρη συνάντηση με τον Πούτιν. Ο Γουίτκοφ κράτησε δικές του σημειώσεις, στηριζόμενος σε μεταφραστή του Κρεμλίνου, και αργότερα ενημέρωσε τον Λευκό Οίκο από την πρεσβεία των ΗΠΑ. Τον ίδιο μήνα, Ευρωπαίοι σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας σχεδίαζαν να συναντηθούν με τον Γουίτκοφ στο Λονδίνο ώστε να τον ενσωματώσουν στη δική τους διαδικασία ειρήνης. Όμως εκείνος ήταν απασχολημένος με το άλλο χαρτοφυλάκιό του —τις διαπραγματεύσεις εκεχειρίας στη Γάζα— και δεν μπόρεσε να παραβρεθεί. Αργότερα, ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος τού ζήτησε να αρχίσει να συνομιλεί με τους συμμάχους μέσω της ασφαλούς σταθερής γραμμής που χρησιμοποιούν οι ηγέτες της Ευρώπης για ευαίσθητες διπλωματικές συνομιλίες. Ο Γουίτκοφ αρνήθηκε, καθώς ταξίδευε πολύ για να χρησιμοποιεί το δυσκίνητο σύστημα.

 

Στο μεταξύ, ο Ντμιτρίεφ και ο Γουίτκοφ συνομιλούσαν τακτικά τηλεφωνικά για ολοένα πιο φιλόδοξες προτάσεις. Οι ΗΠΑ και η Ρωσία συζητούσαν σημαντικές συμφωνίες για έρευνα πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και για μεταφορές στην Αρκτική, όπως είπε ο Ντμιτρίεφ στη Wall Street Journal. «Πιστεύουμε ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία μπορούν να συνεργαστούν ουσιαστικά σε όλα στην Αρκτική», τόνισε. «Αν βρεθεί λύση στην Ουκρανία, η οικονομική συνεργασία μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για τη μελλοντική μας σχέση», συμπλήρωσε.

Καθώς οι συζητήσεις προχωρούσαν, Αμερικανοί και Ρώσοι επιχειρηματίες προετοιμάζονταν διακριτικά, τοποθετώντας τις εταιρείες τους έτσι ώστε να επωφεληθούν από μια πιθανή ειρήνη. Σε μυστικές συνομιλίες, ο ανώτερος αντιπρόεδρος της Exxon Mobil, Νιλ Τσάπμαν, συναντήθηκε με τον επικεφαλής της Rosneft, Ιγκόρ Σέτσιν, πρώην προσωπικό γραμματέα του Πούτιν, στην Ντόχα του Κατάρ, για να συζητήσουν την επιστροφή της Exxon στο τεράστιο έργο Σαχαλίν, μια επένδυση που είχε παραμείνει παγωμένη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η Exxon, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Τοντ Μπόουλι και άλλοι είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς περιουσιακών στοιχείων της Lukoil, της δεύτερης μεγαλύτερης ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας. Οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει κυρώσεις στη Lukoil τον Οκτώβριο για να αυξήσουν την πίεση προς τη Μόσχα, ωθώντας την εταιρεία να βγάλει προς πώληση τα περιουσιακά της στοιχεία στο εξωτερικό. Το Elliott Investment Management είχε εξετάσει την αγορά μεριδίου σε αγωγό που μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη.

Πιο πρόσφατα, επιχειρηματίες συνδεδεμένοι με το Κρεμλίνο, όπως οι Γκενάντι Τιμτσένκο, Γιούρι Κοβαλτσούκ και οι αδελφοί Ρότενμπεργκ, Μπόρις και Αρκάντι, πρόσφεραν σε Αμερικανούς ομολόγους παραχωρήσεις φυσικού αερίου στη Θάλασσα του Οχότσκ, καθώς και σε τέσσερις ακόμη περιοχές, όπως αναφέρει Ευρωπαίος αξιωματούχος ασφαλείας και άτομο που γνωρίζει τις συνομιλίες. Η Ρωσία ανέφερε επίσης ευκαιρίες εξόρυξης σπάνιων γαιών κοντά στα μεγάλα ορυχεία νικελίου του Νόριλσκ, καθώς και σε έως έξι άλλες ακόμη ανεκμετάλλευτες περιοχές της Σιβηρίας. Ο Γκέντρι Μπιτς, φίλος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ από το κολέγιο, βρισκόταν σε συζητήσεις για την απόκτηση του 9,9% ενός έργου Arctic LNG με τη Novatek, η δεύτερη μεγαλύτερη ρωσική εταιρεία παραγωγής φυσικού αερίου, η οποία ανήκει εν μέρει στον Τιμτσένκο, εφόσον ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο άρουν τις κυρώσεις, σύμφωνα με προσχέδια συμβολαίων που εξέτασε η εφημερίδα.

Σε δήλωσή του, ο Μπιτς είπε ότι η συνεργασία με τη Novatek «θα ωφελήσει σημαντικά κάθε εταιρεία που δεσμεύεται για την ενίσχυση της αμερικανικής ενεργειακής πρωτοκαθεδρίας» και ότι η εταιρεία του, America First Global, «αναζητά ενεργά επενδυτικές ευκαιρίες που ενισχύουν τα αμερικανικά συμφέροντα σε όλο τον κόσμο». Πρόσθεσε ότι «δεν έχει εργαστεί ποτέ με τον Στιβ Γουίτκοφ» αλλά είναι «εξαιρετικά ευγνώμων» για τις προσπάθειες του Γουίτκοφ και άλλων να τερματιστεί ο πόλεμος. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ έχει πει σε συνεργάτες ότι δεν έχει επιχειρηματική σχέση με τον Μπιτς.

Την ίδια στιγμή, ο Στίβεν Π. Λιντς, επενδυτής με έδρα το Μαϊάμι, ζητούσε από την αμερικανική κυβέρνηση να του επιτραπεί να υποβάλει προσφορά για τον κατεστραμμένο αγωγό Nord Stream 2, εάν αυτός εκπλειστηριαζόταν στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης στην Ελβετία. Ο Λιντς, που το 2022 είχε λάβει άδεια από το υπουργείο Οικονομικών για να ολοκληρώσει την εξαγορά της ελβετικής θυγατρικής της ρωσικής Sberbank, επιδίωκε άδεια για τον αγωγό από την κυβέρνηση Μπάιντεν, αλλά τον Απρίλιο ενέτεινε τις πιέσεις του προσλαμβάνοντας τον Τσες ΜακΝτόουελ, φίλο του Τραμπ Τζούνιορ. Θα πλήρωνε στην εταιρεία του ΜακΝτόουελ 600.000 δολάρια για τους επόμενους έξι μήνες. Εκπρόσωποι του Λιντς είχαν απευθυνθεί στον Γουίτκοφ για συνάντηση. Στα τέλη Ιουλίου, ο Ντμίτρι Μπακάνοφ, επικεφαλής της ρωσικής διαστημικής υπηρεσίας Roscosmos, επισκέφθηκε το διαστημικό κέντρο Λίντον Μπ. Τζόνσον της NASA στο Χιούστον, η πρώτη τέτοια επίσκεψη από το 2018, καθώς και τις εγκαταστάσεις κατασκευής διαστημόπλοιων της Boeing και της SpaceX.

Τραμπ _Ζελένσκυ

Τα «πιόνια» πάνω στη σκακιέρα

Τα «πιόνια» πάνω στη σκακιέρα είχαν αρχίσει να παίρνουν θέση, αλλά όλα εξαρτώνταν σε κάποιο βαθμό από το αν ο Γουίτκοφ μπορούσε να ξεκλειδώσει το αδιέξοδο που ο Τραμπ είχε δεσμευθεί προεκλογικά ότι θα έλυνε μέσα σε μία ημέρα. Στις 6 Αυγούστου, ο Γουίτκοφ πέταξε στη Μόσχα, κατόπιν πρόσκλησης του Πούτιν, για μια συνάντηση που είχε προετοιμαστεί μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα. Ο Ντμιτρίεφ τον ξενάγησε στο πάρκο Ζαριάδειε με θέα στον ποταμό Μόσχα και στη συνέχεια τον συνόδευσε στο Κρεμλίνο για ακόμη μία τρίωρη συνεδρίαση με τον Ρώσο ηγέτη. Ο Πούτιν εξέφρασε την επιθυμία του να συναντηθεί προσωπικά με τον Τραμπ. Έδωσε στον Γουίτκοφ ένα μετάλλιο, το Τάγμα του Λένιν, για να το παραδώσει σε αναπληρωτή διευθυντή της CIA του οποίου ο ψυχικά ασθενής γιος σκοτώθηκε πολεμώντας για τη Ρωσία στην Ουκρανία.

Την επόμενη ημέρα, ο Γουίτκοφ συμμετείχε μέσω βιντεοκλήσης σε σύσκεψη με αξιωματούχους και αρχηγούς κρατών από βασικούς Ευρωπαίους συμμάχους, εξηγώντας τα βασικά σημεία της πρότασης που κατανοούσε ότι είχε καταθέσει ο Πούτιν. Αν η Ουκρανία συμφωνούσε να παραδώσει το περίπου 20% της επαρχίας Ντονέτσκ που η Ρωσία δεν είχε καταφέρει να κατακτήσει, τότε η Μόσχα θα παραιτούνταν από τις διεκδικήσεις της στις επαρχίες Ζαπορίζια και Χερσώνα. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έδειχναν μπερδεμένοι. Εννοούσε ο Πούτιν ότι θα αποσύρει τα στρατεύματά του από τις περιοχές Ζαπορίζια και Χερσώνα, όπως υπονοούσε ο Γουίτκοφ ή υποσχόταν απλώς ότι δεν θα κατακτήσει τις χιλιάδες τετραγωνικά μίλια των δύο επαρχιών που, μετά από χρόνια αιματηρών μαχών, παρέμεναν υπό ουκρανικό έλεγχο; Σε κάθε περίπτωση, η Ουκρανία αμφέβαλλε για την αξία μιας υπόσχεσης του Πούτιν.

Στις 9 Αυγούστου, ο Γουίτκοφ ταξίδεψε στην Ίμπιζα της Ισπανίας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξακολουθούσαν να αναζητούν σαφήνεια από τον ίδιο, τον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το τι ακριβώς είχε προτείνει ο Πούτιν. Ο Γουίτκοφ ήθελε να εκμεταλλευτεί τη δυναμική και να οργανώσει μια σύνοδο χωρίς καθυστέρηση. Ο Ντμιτρίεφ εμφανιζόταν αισιόδοξος ότι ο Γουίτκοφ είχε λάβει υπόψη του τις ρωσικές ευαισθησίες: «Πιστεύουμε ότι ο Στιβ Γουίτκοφ και η ομάδα του Τραμπ κάνουν εξαιρετική δουλειά για να κατανοήσουν τη ρωσική θέση ώστε να τερματιστεί η σύγκρουση», δήλωσε λίγες ημέρες νωρίτερα στη Wall Street Journal.

Η σύνοδος της 15ης Αυγούστου κατέρρευσε σχεδόν αμέσως μετά την έναρξή της. Ο Γουίτκοφ, ο Ρούμπιο και ο Τραμπ έφτασαν με το Air Force One και συναντήθηκαν με τον Πούτιν, τον επί δεκαετίες σύμβουλό του Γιούρι Ουσάκοφ και τον υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Ο Πούτιν ξεκίνησε με μια εκτενή διάλεξη χιλίων ετών για την ενότητα της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Οι δύο πλευρές ακύρωσαν το γεύμα και την απογευματινή συνεδρίαση, όπου επρόκειτο να ελέγξουν τα υπόλοιπα ζητήματα, όπως την ανταλλαγή κρατουμένων. Ο Γουίτκοφ έφυγε χωρίς σαφή εικόνα για το πού βρίσκονταν οι συνομιλίες, αλλά παρέμεινε αισιόδοξος ότι σύντομα θα επιταχύνονταν. «Όλοι εργάζονταν σκληρά, αλλά το κλίμα ήταν θετικό», είπε.

Τον Οκτώβριο, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι πέταξε στην Ουάσιγκτον, ελπίζοντας να εξασφαλίσει πυραύλους κρουζ Tomahawk αμερικανικής κατασκευής. Ο ουκρανικός στρατός επιδίωκε να πλήξει ρωσικά διυλιστήρια, πιέζοντας τη Μόσχα να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους. Όταν ο Ζελένσκι έφτασε, ο Τραμπ είχε ήδη μιλήσει με τον Πούτιν μία ημέρα νωρίτερα και είχε αποφασίσει να μην εγκρίνει τους Tomahawk. Αντί γι’ αυτό, ο Γουίτκοφ ενθάρρυνε τους Ουκρανούς αξιωματούχους να δοκιμάσουν μια διαφορετική προσέγγιση: Τι θα πετύχαιναν με λίγους πυραύλους; Αντίθετα, τους πρότεινε να ζητήσουν από τον Τραμπ μια δεκαετή απαλλαγή από δασμούς. Μια τέτοια συμφωνία θα απογείωνε την οικονομία τους, είπε.