Κυριακή 09 Αυγούστου 2026 -

Ποιοι «σέρνουν το κάρο» της απασχόλησης στην Ευρωζώνη: Το νέο εργατικό δυναμικό δεν είναι νέο σε ηλικία



Η αγορά εργασίας στην Ευρωζώνη, αν και σταδιακά «κρυώνει», εξαιτίας και της επιβράδυνσης στην ανάπτυξη, βρίσκεται ομολογουμένως σε θετική πορεία.

Η ανεργία παραμένει σε ιστορικό χαμηλό, το εργατικό δυναμικό επεκτείνεται, η συμμετοχή στην απασχόληση αυξάνεται.

Πώς γίνεται παράλληλα να κάνουμε λόγο για δημογραφικές πιέσεις, λόγω της πληθυσμιακής γήρανσης, που θα αποτελέσουν «βόμβα» για την αγορά εργασίας; 

Ειδικά για την Ελλάδα ευρωπαϊκές μελέτες (π.χ. oι εκθέσεις του Cedefop) κάνουν λόγο για ανάγκη εύρεσης 2 εκατομμυρίων εργαζομένων ως το 2035, για να αντικαταστήσουν όσους συνταξιοδοτούνται και να καλύψουν κενές θέσεις σε επαγγέλματα με άνοδο.

Ευρωζώνη

Κινδυνολογία ή πραγματικότητα;

Οι μελέτες και τα σενάρια πρόβλεψης παρουσιάζονται πολλές φορές με κινδυνολογικό τρόπο, του τύπου «η Ελλάδα θα χάσει δύο εκατομμύρια εργαζόμενους ως το 2050» και ότι λόγω της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού, κινδυνεύει να μειωθεί το ΑΕΠ ως και 15%.

Σε παρουσίαση της σχετικής έρευνας (Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη δυναμική πληθυσμών), αναφέρεται ότι στην Ελλάδα «για κάθε άνεργο, αντιστοιχούν 10 κενές θέσεις».

Πρόκειται προφανέστατα για λάθος διατύπωση ή για παρανόηση, αφού οι κενές θέσεις εργασίας σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ είναι περίπου 50.000 και οι άνεργοι πάνω από 500.000. Άρα ισχύει το ακριβώς αντίθετο – αντιστοιχούν δέκα άνεργοι σε κάθε κενή θέση εργασίας.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν επαγγέλματα με έλλειψη εργαζομένων. Συνήθως όμως πρόκειται  είτε για κακοπληρωμένες και επισφαλείς δουλειές, είτε για εξειδικευμένες θέσεις με δυσκολίες εύρεσης του κατάλληλου προσωπικού.

Eπίσης τα σενάρια του Cedefop, δεν ισοδυναμούν με έλλειψη 2 εκατ. εργαζομένων, αλλά αντανακλούν τη ροή της απασχόλησης διαχρονικά (π.χ. πόσες νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν σε βάθος 10ετίας), ανάλογα με τα επαγγέλματα που βρίσκονται σε συρρίκνωση, στασιμότητα ή άνοδο.

Ποιοι «ταΐζουν» το εργατικό δυναμικό στην Ευρωζώνη

Από τις σχετικές έρευνες, προκύπτει ότι το νέο εργατικό δυναμικό της Ευρωζώνης, εκείνοι δηλαδή που επεκτείνουν τον πληθυσμό όσων δουλεύουν ή αναζητούν εργασία, δεν είναι τόσο οι νέοι, όσο τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η δεύτερη μεγάλη δεξαμενή αύξησης του εργατικού δυναμικού είναι οι μετανάστες από τρίτες χώρες.

Χάρη στις παραπάνω κατηγορίες, αυξάνεται μεν ο αριθμός των απασχολούμενων, όμως παραμένουν οι ασυμμετρίες.

 

Μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εξετάζει τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης απασχόλησης στην Ευρωζώνη, και τι σημαίνουν για την αγορά εργασίας, το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα.

Ευρωζώνη

Το εργατικό δυναμικό στην Ευρωζώνη, αυξάνεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι πριν την πανδημία. – πηγή: Εurostat – EKT

Οι τρεις αλληλένδετες δυνάμεις

Η αύξηση του εργατικού δυναμικού στην Ευρωζώνη οφείλεται, σύμφωνα με την ΕΚΤ, σε τρεις αλληλένδετες δυνάμεις: την άνοδο των ποσοστών συμμετοχής, τις δημογραφικές μεταβολές και τη σταθερά θετική καθαρή μετανάστευση.

Ως εργατικό δυναμικό ορίζεται το σύνολο των ατόμων ηλικίας 15 έως 74 ετών που απασχολούνται ή αναζητούν ενεργά εργασία.

Η αναλογία των ατόμων σε ηλικία εργασίας που εντάσσονται στο εργατικό δυναμικό, αυξάνεται σε πολλά επίπεδα:

  • Περισσότερες γυναίκες εντάχθηκαν στην αγορά εργασίας μειώνοντας το ιστορικό χάσμα με τους άνδρες.
  • Οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας παρέμειναν ενεργοί για μεγαλύτερο διάστημα λόγω συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων και λόγω της στροφής σε επαγγέλματα που απαιτούν λιγότερη σωματική κόπωση.
  • Νέες γενιές εργαζομένων, με υψηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα εισήλθαν στην αγορά.
  • Παράλληλα, η καθαρή μετανάστευση  παραμένει θετική από το 2010 περίπου, με τους εργαζόμενους από χώρες εκτός ΕΕ να αποτελούν έναν ολοένα και σημαντικότερο παράγοντα.

Από όλες τις παραπάνω κατηγορίες, οι δύο κυρίαρχες πηγές επέκτασης του εργατικού δυναμικού είναι οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας και οι μετανάστες.

Όμως οι επιπτώσεις στους συνολικούς δείκτες απασχόλησης δεν είναι ομοιόμορφες. Η ανάλυση της ΕΚΤ εντοπίζει μια χαρακτηριστική ασυμμετρία: παρά την αύξηση των απασχολουμένων, ο μέσος αριθμός ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο παραμένει χαμηλότερος από τα προ πανδημίας επίπεδα, γεγονός που περιπλέκει την αξιολόγηση της πραγματικής αύξησης της εργασιακής εισροής.

Πηγή κειμένου: 

in.gr